Οι βιώσιμες προμήθειες παίζουν κρίσιμο ρόλο στη μείωση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων που συνδέονται με τις τουριστικές δραστηριότητες και επηρεάζουν ευρύτερα την εφοδιαστική αλυσίδα προς υπεύθυνες πρακτικές. Με την ευθυγράμμιση των αποφάσεων αγορών με τις αρχές της βιωσιμότητας, οι εγκαταστάσεις μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της κατανάλωσης πόρων, της ρύπανσης και των αποβλήτων συσκευασίας, καθώς και να υποστηρίξουν δίκαιες συνθήκες εργασίας, να προωθήσουν την καλή μεταχείριση των ζώων, και να προστατεύσουν την πολιτιστική κληρονομιά.
Η εγκατάσταση αναπτύσσει και εφαρμόζει Πολιτική Βιώσιμων Προμηθειών που παρέχει σαφείς κατευθύνσεις σχετικά με το πώς ενσωματώνονται περιβαλλοντικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές παράμετροι βιωσιμότητας, σε όλες τις αγοραστικές αποφάσεις.
Η πολιτική εφαρμόζεται σε:
• αγαθά επένδυσης
• προϊόντα τροφίμων και ποτών
• μη αναλώσιμα αγαθά, όπως έπιπλα, χαλιά, επιτραπέζια σκεύη κ.λπ. (π.χ. αγορά μεταχειρισμένων επίπλων και εξοπλισμού)
• δομικά υλικά και υπηρεσίες κατασκευής/ανακαίνισης·
• όλους τους παρόχους υπηρεσιών και προμηθευτές που εμπλέκονται στη λειτουργία, ανακαίνιση ή κατασκευή της εγκατάστασης
• άλλα προϊόντα που σχετίζονται με τις υπηρεσίες της εγκατάστασης, όπως προϊόντα καθαρισμού· και
• υπηρεσίες, όπως πλυντηρίου.
Η Πολιτική Βιώσιμων Προμηθειών περιλαμβάνει:
• συγκεκριμένες δεσμεύσεις για μείωση της παραγωγής αποβλήτων, π.χ. επιλογή προϊόντων και προμηθευτών που μειώνουν την περιττή συσκευασία και τα πλαστικά μίας χρήσης·
• αναφορά σε πρότυπα καλής μεταχείρισης των ζώων, όπου εφαρμόζεται (π.χ. αγορά τροφίμων, προμήθεια υλικών)
• σαφείς προσδοκίες όσον αφορά την συμμόρφωση με την εθνική και τη διεθνή εργατική νομοθεσία, ειδικά κατά τη διάρκεια κατασκευών ή ανακαινίσεων
• σαφείς απαιτήσεις από τους προμηθευτές, για παράδειγμα, σχετικά με πρακτικές ανθρωπίνων δικαιωμάτων
• οδηγίες για κατάλληλους χώρους ανάπαυσης και εργασίας για τους εργαζόμενους καθώς και οδηγίες που ενθαρρύνουν την απασχόληση τοπικού εργατικού δυναμικού όπου είναι δυνατόν.
Επιπλέον, οι προσδοκίες από τους προμηθευτές που διατυπώνονται στην Πολιτική Βιώσιμων Προμηθειών κοινοποιούνται σε όλους τους προμηθευτές τουλάχιστον μία φορά κάθε 2 έτη (π.χ. μέσω φόρμας επικοινωνίας με προμηθευτές, όρων συμβάσεων ή γραπτών απαιτήσεων).
Η πολιτική καταγράφεται επίσημα, κοινοποιείται σε όλο το σχετικό προσωπικό και τη διοίκηση, επανεξετάζεται τουλάχιστον μια φορά κάθε 4 έτη και αναθεωρείται όταν απαιτείται, ώστε να αντικατοπτρίζει εξελισσόμενους στόχους βιωσιμότητας ή αλλαγές στο πλαίσιο προμηθειών. Εάν η εγκατάσταση αποτελεί μέρος αλυσίδας, μπορεί να χρησιμοποιείται πολιτική προμηθειών σε επίπεδο ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι προσαρμόζεται στο τοπικό πλαίσιο και εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη εγκατάσταση.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• χρονολογημένη Πολιτική Βιώσιμων Προμηθειών που έχει εγκριθεί επίσημα από τη διοίκηση. Προσάρτημα ή συμπλήρωμα της πολιτικής γίνεται αποδεκτό ως ισοδύναμο αποδεικτικό· και
• τεκμηρίωση που αποδεικνύει ότι όλοι οι προμηθευτές έλαβαν τις προσδοκίες από αυτούς, για παράδειγμα, σχετικά με τις πρακτικές ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ. υπογεγραμμένες φόρμες προμηθευτών, emails ή όρους συμβάσεων τουλάχιστον μία φορά κάθε 2 έτη.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληπτικό έλεγχο της υποστηρικτικής τεκμηρίωσης της επικοινωνίας με τους προμηθευτές, εξετάζοντας δείγμα 3 εγγράφων (μεθοδολογία Γ).
Sustainable procurement plays a crucial role in minimising the environmental and social harms associated with tourism operations and influencing the broader supply chain toward responsible practices. By aligning purchasing decisions with sustainability principles, establishments can help reduce resource use, pollution and packaging waste; support fair labour conditions; promote animal welfare; and protect cultural heritage.
The establishment develops and implements a Sustainable Procurement Policy that provides clear guidance on how environmental, social, cultural and economic sustainability considerations are integrated into all purchasing decisions.
The policy applies to the procurement of:
- capital goods;
- Food & Beverage (F&B) products;
- durables including furniture, carpets, tableware, etc (e.g. purchasing second hand furniture and fixtures);
- building materials and construction-related services;
- all third-party service providers and suppliers involved in the operation, refurbishment, or construction of the establishment;
- other products relevant for the services of the establishments such as cleaning products; and
- services such as laundry.
The Sustainable Procurement Policy includes:
- specific commitments to minimise waste generation, e.g. selecting products and suppliers that reduce unnecessary packaging, and single-use plastics;
- reference to animal welfare standards, where appropriate (e.g. food purchasing, material sourcing);
- clear expectations regarding compliance with national and international labour laws, especially during construction or refurbishment;
- clear expectations towards suppliers, for example in connection to human rights practices; and
- guidance that requires proper rest and work areas for workers and encourages the employment of local labour where possible.
In addition, the expectations towards suppliers formulated in the Sustainable Procurement Policy are distributed to all suppliers at least once every 2 years (e.g. through a supplier communication form, contract clauses, or written requirements). The policy is formally documented, shared with all relevant staff and management, reviewed at least once every 4 years and revised as needed to reflect evolving sustainability goals or changes in procurement context. If the establishment is part of a chain, a group-wide procurement policy may be used, provided that it is adapted to the local context and applicable to the individual establishment.
During the audit, the establishment presents:
- a dated Sustainable Procurement Policy that has been formally approved by management. An addendum or supplement to the policy is accepted as equivalent evidence; and
- documentation demonstrating that all suppliers received expectations towards them, for example regarding human rights practices (e.g. signed supplier forms, emails, or contract clauses) at least once every 2 years.