Διενεργείται εξωτερικός ενεργειακός έλεγχος τουλάχιστον μία φορά κάθε 6 έτη.
Η τακτική διενέργεια εξωτερικών ενεργειακών ελέγχων παρέχει ολοκληρωμένη κατανόηση του τρόπου (που και πώς) με τον οποίο καταναλώνεται η ενέργεια στην εγκατάσταση, υποστηρίζοντας τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων για μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας.
Η εγκατάσταση πραγματοποιεί εξωτερικό ενεργειακό έλεγχο τουλάχιστον μία φορά κάθε 6 έτη. Ο ενεργειακός έλεγχος αποσκοπεί στη μείωση της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας και στην αύξηση του ποσοστού ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που χρησιμοποιούνται.
Ο έλεγχος πραγματοποιείται από εξωτερικό εξειδικευμένο επαγγελματία, όπως ανεξάρτητο ενεργειακό σύμβουλο ή επαγγελματία σύμβουλο από τις τοπικές ή εθνικές αρχές. Ένα ενεργειακό πιστοποιητικό ή δήλωση μόνο, δεν καλύπτει τις απαιτήσεις αυτού του κριτηρίου.
Ο ενεργειακός έλεγχος εντοπίζει περιοχές υψηλής κατανάλωσης ενέργειας στην εγκατάσταση. Η έκθεση του ελέγχου περιλαμβάνει επίσης συμβουλές και σχέδιο δράσης με εισηγήσεις για μειώσεις κατανάλωσης ενέργειας, καθώς και τα εκτιμώμενα αποτελέσματα, το οικονομικό κόστος και την αναμενόμενη χρονική περίοδο απόσβεσης τέτοιων παρεμβάσεων. Συνιστάται επίσης, να συμπεριληφθεί στον έλεγχο θερμογραφική έρευνα για τον εντοπισμό διαφορών θερμοκρασίας στις επιφάνειες των κτιρίων, και τον εντοπισμό συγκεκριμένων περιοχών όπου η ενέργεια χάνεται (π.χ. μέσα από ανεπαρκώς μονωμένους τοίχους, παράθυρα, πόρτες, στέγες ή γύρω από συστήματα HVAC).
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την έκθεση του ενεργειακού ελέγχου που έχει πραγματοποιηθεί εντός των τελευταίων 6 ετών.
Σε ειδικές περιπτώσεις, όπου η εγκατάσταση βρίσκεται εντός μεγαλύτερου κτιρίου και έχει περιορισμένη επιρροή σε κοινές υποδομές, ο έλεγχος μπορεί να περιορίζεται στις καταναλώσεις ενέργειας και στα συστήματα εντός της λειτουργικής περιοχής της εγκατάστασης.
Conducting regular external energy audits provides a comprehensive understanding of where and how energy is consumed within the establishment, thus supporting informed decision-making for energy-saving measures.
The establishment conducts an external energy audit at least once every 6 years. The energy audit aims at reducing the overall amount of energy consumed in the establishment as well as increasing the percentage of renewable energy sources used.
The energy audit is carried out by an external qualified professional, such as an independent energy consultant or a professional advisor from local or national authorities. An energy certificate or declaration alone does not fulfil the requirements of this criterion.
The energy audit identifies areas with significant energy consumption in the establishment. The audit report also includes advice and an action plan with suggestions for reduction in energy consumption, the estimated effects, financial cost and expected payback period of such interventions. It is also highly recommended to include in the audit a thermographic survey, to detect temperature differences on the surfaces of buildings and identify specific areas where energy is being lost (e.g. through poorly insulated walls, windows, doors, roofs, or around HVAC systems).
During the audit, the establishment presents the report from the energy audit carried out within the last 6 years.
In specific circumstances, where the establishment is located within a larger building and the has limited influence over shared infrastructure, the audit may be limited to the energy consumption and systems within the establishment’s operational area.
Το 75% των παραθύρων είναι ενεργειακά αποδοτικά και υπερβαίνουν το εθνικό/τοπικό ρυθμιστικό πρότυπο.
Τα παράθυρα μπορούν να αποτελέσουν σημαντική πηγή αυξημένων ενεργειακών απωλειών στην εγκατάσταση λόγω απώλειας θερμότητας τον χειμώνα και εισροής θερμότητας το καλοκαίρι, αυξάνοντας την ανάγκη για θέρμανση ή ψύξη. Κακή μόνωση ή μονά τζάμια είναι ιδιαίτερα αναποτελεσματικά, οδηγώντας σε αυξημένη κατανάλωση ενέργειας για τη διατήρηση της εσωτερικής θερμικής άνεσης.
Η εγκατάσταση διαθέτει παράθυρα σχεδιασμένα ή αναβαθμισμένα ώστε να μειώνουν την απώλεια ή την εισροή θερμότητας, ανάλογα με το τοπικό κλιματικό πλαίσιο. Οι εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε περιοχές με ψυχρά κλίματα διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο θερμικής μόνωσης (π.χ. τριπλά τζάμια), ενώ εγκαταστάσεις σε θερμά κλίματα έχουν παράθυρα που είναι ενεργειακά αποδοτικά με άλλους τρόπους (π.χ. ανακλαστικά υλικά στα παράθυρα, σκίαστρα ή άλλα μέσα σκίασης, κ.λπ.). Σε περιοχές με πολύ θερμό ή πολύ ψυχρό κλίμα, η εγκατάσταση μπορεί επίσης να εφαρμόζει περιορισμούς στο άνοιγμα παραθύρων.
Για τη συμμόρφωση με το κριτήριο αυτό, τουλάχιστον το 75% των παραθύρων διαθέτει κατάλληλη θερμική μόνωση ή ενεργειακά αποδοτικές λύσεις που υπερβαίνουν τα εθνικά/τοπικά ρυθμιστικά πρότυπα. Όπου δεν είναι εφικτή η πλήρης αντικατάσταση παραθύρων, συνιστάται η τοποθέτηση βοηθημάτων θερμικής μόνωσης όπως κουρτίνες θερμικής προστασίας ή μονωτικές μεμβράνες για την αντιμετώπιση της απώλειας ή της εισροή θερμότητας.
Σημείωση εθνικής προσαρμογής: Στη Γαλλία, το 75% των παραθύρων πρέπει να διαθέτει διπλή υάλωση ή ανώτερη ενεργειακή απόδοση και το κριτήριο αυτό είναι υποχρεωτικό.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει συνοπτικό έγγραφο που περιλαμβάνει:
• περιγραφή των χαρακτηριστικών θερμομόνωσης ή ενεργειακής απόδοσης όλων των παραθύρων (π.χ. τύπος υάλωσης, ανακλαστική μεμβράνη, σκίαση ή μονωτικά μέσα για παλαιότερα παράθυρα)· και
• δήλωση (κατά προτίμηση από εξωτερικό εμπειρογνώμονα π.χ. αρχιτέκτονα, μηχανικό ή σύμβουλο) που επιβεβαιώνει ότι τουλάχιστον το 75% των παραθύρων υπερβαίνει τα εθνικά/τοπικά πρότυπα ή ότι έχουν ληφθεί κατάλληλα αντισταθμιστικά μέτρα.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψία σε τουλάχιστον 1 χώρο υποδοχής, 1 εστιατόριο, 1 συνεδριακό χώρο, 1 διάδρομο, 1 χώρο προσωπικού και σε δωμάτια επισκεπτών, σύμφωνα με τη μεθοδολογία A του Γλωσσαρίου, για την επιβεβαίωση των τύπων παραθύρων (μεθοδολογία B).
Windows can be a significant contributor to increased energy consumption in the establishment due to heat loss in winter and heat gain in summer, increasing the need for heating or cooling. Poorly insulated or single-glazed windows are especially inefficient, leading to higher energy use for maintaining indoor comfort.
The establishment has windows designed or upgraded to reduce heat loss or heat gain, according to the local climate context. Establishments located in areas with a cold climate ensure a high degree of thermal insulation (e.g. triple glazing) and establishments in areas with a hot climate have windows that are energy efficient in other ways (e.g. sun-reflecting material on the windows, blinds or other types of shade, etc.). In areas with a very hot or cold climate, the establishment may also apply restrictions on the ability to open windows.
To conform with this criterion, at least 75% of the windows on site have appropriate thermal insulation or energy-efficient solutions that exceed national/local regulatory standards. Where full window replacement is not feasible, it is recommended to install thermal insulation aids such as curtains or insulating films for non-conforming windows. Note on national adaptation: In FR, 75% of the windows have double-glazing or higher energy efficiency and this criterion is imperative.
During the audit, the establishment presents a summary document containing:
- a description of the thermal insulation or energy-efficient features of all windows (e.g. glazing type, reflective film, shading, or insulation aids for older windows); and
- a statement (preferably from an external expert e.g. architect/engineer/consultant) confirming that minimum 75% of the windows exceed national/local standards, or that appropriate compensatory measures are in place.
During the visual inspection, the auditor conducts samplings in at least 1 lobby, 1 restaurant, 1 conference space, 1 corridor, 1 staff area, and in guest rooms, following methodology A as described in the glossary, to confirm the types of windows (methodology B).
Η εγκατάσταση παράγει ή προμηθεύεται αποκλειστικά ανανεώσιμη ή/και με οικολογική σήμανση πιστοποιημένη ηλεκτρική ενέργεια.
Το κριτήριο αυτό προωθεί τη μετάβαση σε καθαρότερα ενεργειακά συστήματα και αποδεικνύει τη δέσμευση της εγκατάστασης για μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, καθώς η ανανεώσιμη και οικολογικά πιστοποιημένη ηλεκτρική ενέργεια, μπορεί να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που σχετίζονται με την κατανάλωση ενέργειας.
Η εγκατάσταση χρησιμοποιεί ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές (π.χ. φωτοβολταϊκά, αιολική ενέργεια, βιομάζα, βιοαέριο από οργανικά απόβλητα, υδροηλεκτρική ή γεωθερμική ενέργεια κ.λπ.) για το 100% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης ή να προμηθεύεται εξωτερικά, κατά προτίμηση από κοντινό πάροχο.
Αποδεκτές εναλλακτικές έναντι συστημάτων βασισμένων σε ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια περιλαμβάνουν:
α) φωτοβολταϊκά συστήματα
β) αιολική ενέργεια
γ) υδροηλεκτρική ενέργεια που παράγεται σύμφωνα με τους ισχύοντες περιβαλλοντικούς κανονισμούς και η οποία έχει σχεδιαστεί και λειτουργεί με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις στα υδάτινα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα
δ) γεωθερμική ενέργεια
ε) ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από βιοαέριο ή από το βιοδιασπώμενο κλάσμα βιομάζας
ζ) ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από πιστοποιημένη βιομάζα βιώσιμης προέλευσης
η) ηλεκτρική ενέργεια που παρέχεται μέσω συμβάσεων ανανεώσιμης ενέργειας με ανεξάρτητη πιστοποίηση (π.χ. ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική ή άλλες ανανεώσιμες πηγές).
Όπου είναι διαθέσιμο, η εγκατάσταση ενθαρρύνεται επίσης να προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια με ανεξάρτητη πιστοποίηση με αναγνωρισμένες απαιτήσεις βιωσιμότητας (π.χ. παράγοντες βιοποικιλότητας, συμβολή σε υποδομές ανανεώσιμων πηγών ή θετικό αντίκτυπο στην κοινωνία), όπως η διεθνής ή η εθνική με οικολογική σήμανση ηλεκτρική ενέργεια. Οι πηγές αυτές έχουν σημαντικά χαμηλότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα και είναι συμβατές με τους ορισμούς της Οδηγίας Ανανεώσιμης Ενέργειας της ΕΕ (RED II / RED III) και αντίστοιχα διεθνή πλαίσια.
Σημείωση εθνικής προσαρμογής: Στη Σουηδία, το κριτήριο αυτό είναι υποχρεωτικό για όλες τις κατηγορίες. Στη Νορβηγία, το κριτήριο είναι υποχρεωτικό για ξενοδοχεία και ξενώνες (HH).
During the audit, the establishment presents:
- contracts, certificates or external written proof showing the electricity provider(s) and the percentage of renewable or third-party verified (e.g. eco-labelled) electricity;
- the latest electricity invoice; and
- guarantees of origin (GOs) or equivalent tracking systems in other regions (e.g. RECs, I-RECs), documenting the renewable share.
This criterion promotes a transition to cleaner energy systems and demonstrates the establishment’s commitment to climate mitigation, as renewable and eco-labelled electricity significantly reduce greenhouse gas emissions associated with energy use.
The establishment uses electricity from renewable sources (solar panel, wind power, biomass, biogas from organic waste, hydroelectric or geothermal heat, etc.) for 100% of its total electricity consumption.
Renewable electricity may be produced on-site or sourced externally, preferably from a nearby supplier.
Acceptable alternatives to fossil fuel-based and nuclear-based systems include:
- solar photovoltaic systems;
- wind energy;
- hydropower, where applicable and sustainably managed;
- geothermal energy;
- electricity generated from biogas or from the biodegradable portion of biomass;
- electricity produced from certified sustainably sourced biomass; and/or
- electricity supplied through certified renewable electricity contracts, including solar, wind, hydro, or other verified renewable sources.
Where available, the establishment is also encouraged to purchase third-party verified electricity with recognised sustainability requirements (e.g. biodiversity considerations, contribution to renewable infrastructure, or social impact), such as international or national eco-labelled electricity. These sources have significantly lower greenhouse gas emissions compared to fossil fuels and are consistent with the definitions set out in the EU Renewable Energy Directive (RED II/RED III) and equivalent international frameworks. Note on national adaptation: In SE this criterion is imperative for all categories. In NO, this criterion is imperative for H&H.
During the audit, the establishment presents:
- contracts, certificates or external written proof showing the electricity provider(s) and the percentage of renewable or third-party verified (e.g. eco-labelled) electricity;
- the latest electricity invoice; and
- guarantees of origin (GOs) or equivalent tracking systems in other regions (e.g. RECs, I-RECs), documenting the renewable share.
Η εγκατάσταση παράγει ή προμηθεύεται τουλάχιστον 50% ανανεώσιμη ή/και οικολογικά πιστοποιημένη ηλεκτρική ενέργεια.
Το κριτήριο αυτό προωθεί τη μετάβαση σε καθαρότερα ενεργειακά συστήματα και αποδεικνύει τη δέσμευση της εγκατάστασης για μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, καθώς η ανανεώσιμη και οικολογικά πιστοποιημένη ηλεκτρική ενέργεια, μπορεί να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που σχετίζονται με την κατανάλωση ενέργειας.
Η εγκατάσταση χρησιμοποιεί ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές (π.χ. φωτοβολταϊκά, αιολική ενέργεια, βιομάζα, βιοαέριο από οργανικά απόβλητα, υδροηλεκτρική ή γεωθερμική ενέργεια, κ.λπ.) για τουλάχιστον 50% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης ή να προμηθεύεται εξωτερικά, κατά προτίμηση από κοντινό πάροχο.
Αποδεκτές εναλλακτικές έναντι των συστημάτων που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα και στην πυρηνική τεχνολογία περιλαμβάνουν:
α) φωτοβολταϊκά συστήματα
β) αιολική ενέργεια
γ) υδροηλεκτρική ενέργεια που παράγεται σύμφωνα με τους ισχύοντες περιβαλλοντικούς κανονισμούς και η οποία έχει σχεδιαστεί και λειτουργεί με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις στα υδάτινα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα
δ) γεωθερμική ενέργεια
ε) ηλεκτρική ενέργεια από βιοαέριο ή βιοδιασπώμενο κλάσμα βιομάζας
ζ) ηλεκτρική ενέργεια από πιστοποιημένη βιώσιμη βιομάζα
η) ηλεκτρική ενέργεια που παρέχεται μέσω συμβάσεων ανανεώσιμης ενέργειας με ανεξάρτητη πιστοποίηση (π.χ. ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική ή άλλες ανανεώσιμες πηγές).
Η εγκατάσταση ενθαρρύνεται να καλύπτει το σύνολο της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ωστόσο για τη συμμόρφωση με το κριτήριο αυτό, απαιτείται τουλάχιστον 50% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην εγκατάσταση να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.
Όπου είναι διαθέσιμο, η εγκατάσταση ενθαρρύνεται επίσης να προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια με ανεξάρτητη πιστοποίηση, που ενσωματώνει αναγνωρισμένα κριτήρια βιωσιμότητας (π.χ. παράγοντες βιοποικιλότητας, κοινωνική επίδραση ή συμβολή/επένδυση σε ανανεώσιμες υποδομές), όπως η διεθνής ή η εθνική ηλεκτρική ενέργεια με οικολογική σήμανση. Οι πηγές αυτές έχουν σημαντικά χαμηλότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα και ευθυγραμμίζονται με την Οδηγία Ανανεώσιμης Ενέργειας της ΕΕ (red II / red III) και αντίστοιχα διεθνή πλαίσια.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• συμβάσεις, πιστοποιητικά ή εξωτερικά έγγραφα που αποδεικνύουν τον πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας και το ποσοστό ανανεώσιμης ή ηλεκτρικής ενέργειας με οικολογική σήμανση, πιστοποιημένη από ανεξάρτητους φορείς
• τον πιο πρόσφατο λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας, και
• εγγυήσεις προέλευσης ή ισοδύναμα συστήματα παρακολούθησης σε άλλες περιοχές (π.χ. RECs, I-RECs) που τεκμηριώνουν το ποσοστό ανανεώσιμης ενέργειας.
This criterion promotes a transition to cleaner energy systems and demonstrates the establishment’s commitment to climate mitigation, as renewable and eco-labelled electricity significantly reduce greenhouse gas emissions associated with energy use.
The establishment uses electricity from renewable sources (solar panel, wind power, biomass, biogas from organic waste, hydroelectric or geothermal heat, etc.) for at least 50% of its total electricity consumption.
Renewable electricity may be produced on-site or sourced externally, preferably from a nearby supplier.
Acceptable alternatives to fossil fuel-based and nuclear-based systems include:
- solar photovoltaic systems;
- wind energy;
- hydropower, where applicable and sustainably managed;
- geothermal energy;
- electricity generated from biogas or from the biodegradable portion of biomass;
- electricity produced from certified sustainably sourced biomass; and/or
- electricity supplied through certified renewable electricity contracts, including solar, wind, hydro, or other verified renewable sources.
The establishment is strongly encouraged to ensure that all its electricity consumption derives from renewable sources, but to conform with this criterion, at least 50% of the electricity consumption in the establishment derives from renewable sources.
Where available, the establishment is also encouraged to purchase third-party verified electricity with recognised sustainability requirements (e.g. biodiversity considerations, contribution to renewable infrastructure, or social impact), such as international or national eco-labelled electricity. These sources have significantly lower greenhouse gas emissions compared to fossil fuels and are consistent with the definitions set out in the EU Renewable Energy Directive (RED II/RED III) and equivalent international frameworks.
During the audit, the establishment presents:
- contracts, certificates or external written proof showing the electricity provider(s) and the percentage of renewable or third-party verified (e.g. eco-labelled) electricity;
- the latest electricity invoice; and
- guarantees of origin (GOs) or equivalent tracking systems in other regions (e.g. RECs, I-RECs), documenting the renewable share.
Η εγκατάσταση παράγει ή προμηθεύεται το σύνολο της ενέργειας που χρησιμοποιείται για θέρμανση και ψύξη από ανανεώσιμες πηγές.
Για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της εγκατάστασης και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η ενέργεια που χρησιμοποιείται για θέρμανση, ψύξη, παραγωγή ζεστού νερού και μαγείρεμα θα πρέπει ολοένα και περισσότερο να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Η μετάβαση από συστήματα που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας υποστηρίζει τους κλιματικούς στόχους, ενισχύει την ενεργειακή ανεξαρτησία και προάγει τη μακροπρόθεσμη λειτουργική βιωσιμότητα.
Όλη η ενέργεια που χρησιμοποιείται για θέρμανση και ψύξη στην εγκατάσταση προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Το κριτήριο αυτό εφαρμόζεται επίσης στην ενέργεια για παραγωγή ζεστού νερού και διαδικασίες μαγειρέματος.
Η ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια για θέρμανση και ψύξη μπορεί να παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης ή να προμηθεύεται εξωτερικά, κατά προτίμηση από κοντινό πάροχο.
Αποδεκτές εναλλακτικές έναντι συστημάτων βασισμένων σε ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια περιλαμβάνουν:
α) ηλιακά συστήματα θερμικής ενέργειας (π.χ. ηλιακοί συλλέκτες για ζεστό νερό ή για θέρμανση χώρου)
β) γεωθερμικά συστήματα και αντλίες θερμότητας αέρα/εδάφους
γ) βιοαέριο και βιοδιασπώμενο κλάσμα των καυσίμων βιομάζας (π.χ. τεμαχίδια ξύλου ή πριονίδια, γεωργικά απόβλητα)
δ) αιολική ενέργεια
ε) υδροηλεκτρική ενέργεια που παράγεται σύμφωνα με τους ισχύοντες περιβαλλοντικούς κανονισμούς και η οποία έχει σχεδιαστεί και λειτουργεί με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις στα υδάτινα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα
ζ) ηλεκτρική θέρμανση/ψύξη από φωτοβολταϊκά συστήματα (όταν η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από πιστοποιημένες ανανεώσιμες πηγές)
η) αντλίες θερμότητας αέρα ή εδάφους που λειτουργούν με ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια
θ) πιστοποιημένη ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, από ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική ή άλλες πηγές, που χρησιμοποιείται για να ηλεκτροδοτήσει συστήματα κλιματισμού
ι) δίκτυα τηλεθέρμανσης/τηλεψύξης όπου η κύρια πηγή ενέργειας είναι η γεωθερμία, ή/και πιστοποιημένη βιομάζα βιώσιμης προέλευσης, ή/και θερμότητας από βιομηχανικά απόβλητα που χρησιμοποιείται μέσα σε ένα πλαίσιο ανανεώσιμης ενέργειας
κ) πιστοποιημένα βιώσιμα βιοκαύσιμα (π.χ. βιοντίζελ) σύμφωνα με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις ανανεώσιμες ενέργειες (ΕΕ red II / red III) ή τα παγκοσμίως αναγνωρισμένα συστήματα πιστοποίησης (π.χ. RSB, ISCC)
λ) αποδοτικά συστήματα βιομάζας όπως σύγχρονοι λέβητες ή σόμπες πέλλετ, που πληρούν το πρότυπο EN 303-5 (κλάση 5) ή ισοδύναμα πρότυπα για αποδοτικότητα ενέργειας και χαμηλές εκπομπές
μ) πιστοποιημένα καύσιμα βιομάζας (π.χ. πέλλετ, ροκανίδια, μπρικέτες) με πιστοποίηση FSC, PEFC ή ισοδύναμη.
Η τύρφη δεν θεωρείται ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και δεν συνυπολογίζεται στο απαιτούμενο 100%.
Όταν χρησιμοποιούνται υβριδικά συστήματα, το ποσοστό ανανεώσιμης ενέργειας υπολογίζεται ως ποσοστό της συνολικής ετήσιας ενεργειακής ζήτησης για θέρμανση και ψύξη, βάσει αξιόπιστων δεδομένων (π.χ. λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, έξυπνοι μετρητές ή ανεξάρτητες αξιολογήσεις).
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την πιο πρόσφατη τεκμηρίωση που αποδεικνύει ότι παράγει ή προμηθεύεται το σύνολο της ενέργειας για θέρμανση και ψύξη από ανανεώσιμες πηγές και ότι δεν χρησιμοποιούνται ορυκτά καύσιμα για τους ίδιους σκοπούς. Αυτή περιλαμβάνει:
• προδιαγραφές συστημάτων, τιμολογίων ή πιστοποιητικών εγκατάστασης για όλο τον εξοπλισμό θέρμανσης, ψύξης, ζεστού νερού και μαγειρέματος
• έγγραφα γνωστοποίησης πηγής ενέργειας, όπως συμβάσεις παρόχων, τιμολόγια διανομής καυσίμων, ή πιστοποιητικά προέλευσης ανανεώσιμης ενέργειας για βιοκαύσιμα ή ηλεκτρική ενέργεια (όταν πραγματοποιείται αγορά από πάροχο)
•τεκμηρίωση βιωσιμότητας ή τεκμηρίωση με τεχνικά πρότυπα για συστήματα βιομάζας ή βιοκαυσίμων (αν χρησιμοποιούνται τέτοια συστήματα).
• τεκμηρίωση που δείχνει τεχνικές προδιαγραφές των συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στοιχεία παραγωγής ενέργειας (π.χ. από μετρητές ή συστήματα dashboards)· και
• υπολογισμούς που αποδεικνύουν ότι το 100% της ζήτησης για θέρμανση/ψύξη καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές (όταν η ενέργεια παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης).
Όπου η ενέργεια παράγεται στο χώρο της εγκατάστασης, ο οπτικός έλεγχος επιβεβαιώνει την ύπαρξη και λειτουργία των συστημάτων.
To reduce the establishment’s environmental footprint and greenhouse gas emissions, energy used for heating, cooling, hot water production, and cooking should increasingly come from renewable sources. Transitioning from fossil fuel–based systems to renewable energy supports climate goals, enhances energy independence, and promotes long-term operational sustainability.
All energy used for heating and cooling at the establishment is supplied from renewable sources. This criterion also applies to energy used for hot water and cooking processes.
Renewable electricity may be produced on-site or sourced externally, preferably from a nearby supplier.
Acceptable alternatives to fossil fuel-based and nuclear-based systems include:
- solar thermal energy systems (e.g. solar collectors for hot water or space heating);
- geothermal systems and aerothermal heat pumps (e.g. ground or air-source);
- biogas and the biodegradable portion of biomass fuels (e.g. wood chips, agricultural waste);
- wind energy;
- hydropower (if applicable and managed sustainably);
- photovoltaic-powered electric heating and cooling (when the electricity is from certified renewable sources);
- air-source and ground-source heat pumps powered by renewable electricity;
- certified renewable electricity, including electricity from solar pv, wind, hydro, or other verified renewable sources, used to power climate control systems;
- district heating or cooling networks where the primary energy source is geothermal, and/or certified sustainably sourced biomass, and/or industrial waste heat recovery used within a renewable energy framework;
- certified sustainable biofuels (e.g. biodiesel) that comply with the EU renewable energy directive (red ii / red iii) or globally recognised certification schemes (e.g. RSB, ISCC);
- efficient biomass systems, such as modern wood pellet stoves or boilers meeting EN 303-5 (class 5) or equivalent standards for energy efficiency and low emissions; and/or
- certified biomass fuels (e.g. wood pellets, chips, or briquettes) verified under schemes such as FSC, PEFC, or equivalent.
Peat is not considered a renewable energy source and does not contribute to the required 100% share. When hybrid systems are in place, the renewable share is calculated as a percentage of the total annual energy demand for heating and cooling, using reliable data (e.g. utility bills, smart metres, or third-party assessments).
During the audit, the establishment presents the following most recent documentation demonstrating that it produces or purchases all energy used for heating and cooling from renewable sources and no more fossil fuels are used for the same purposes:
- system specifications, invoices, or installation certificates for all heating, cooling, hot water and cooking equipment used in the establishment;
- energy source disclosure documents, such as energy supplier contracts, fuel delivery invoices, or certificates of renewable origin for biofuels or electricity (when purchasing the energy from a supplier);
- sustainability certification or technical standard documentation for biomass or biofuel systems (if such systems are used);
- documentation showing technical specifications of the renewable energy systems, energy production data (e.g. from metres or system dashboards); and
- calculations demonstrating that at least all heating/cooling demand is met through on-site renewable energy (when energy is produced on-site).
Where energy is produced on site, a visual inspection confirms the presence and functionality of the systems.
Η εγκατάσταση παράγει ή προμηθεύεται το 50% της ενέργειας που χρησιμοποιείται για θέρμανση και ψύξη από ανανεώσιμες πηγές.
Για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της εγκατάστασης και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η ενέργεια που χρησιμοποιείται για θέρμανση, ψύξη, παραγωγή ζεστού νερού και μαγείρεμα, θα πρέπει σταδιακά να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Η μετάβαση από συστήματα που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα, σε ανανεώσιμη ενέργεια υποστηρίζει τους κλιματικούς στόχους, ενισχύει την ενεργειακή ανεξαρτησία, και προάγει τη μακροπρόθεσμη λειτουργική βιωσιμότητα.
Τουλάχιστον 50% της ενέργειας που χρησιμοποιείται για θέρμανση και ψύξη στην εγκατάσταση προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, για ελάχιστη συνεχόμενη περίοδο 3 μηνών. Το κριτήριο αυτό εφαρμόζεται επίσης στην ενέργεια για παραγωγή ζεστού νερού και διαδικασίες μαγειρέματος.
Η ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια για θέρμανση και ψύξη μπορεί να παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης ή να προμηθεύεται εξωτερικά, κατά προτίμηση από κοντινό πάροχο.
Αποδεκτές εναλλακτικές έναντι συστημάτων βασισμένων σε ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια περιλαμβάνουν:
α) ηλιακά συστήματα θερμικής ενέργειας (π.χ. ηλιακοί συλλέκτες για ζεστό νερό ή για θέρμανση χώρου)
β) γεωθερμικά συστήματα και αντλίες θερμότητας αέρα/εδάφους
γ) βιοαέριο και βιοδιασπώμενο κλάσμα των καυσίμων βιομάζας (π.χ. τεμαχίδια ξύλου ή πριονίδια, γεωργικά απόβλητα)
δ) αιολική ενέργεια
ε) υδροηλεκτρική ενέργεια που παράγεται σύμφωνα με τους ισχύοντες περιβαλλοντικούς κανονισμούς και η οποία έχει σχεδιαστεί και λειτουργεί με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις στα υδάτινα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα
ζ) ηλεκτρική θέρμανση/ψύξη από φωτοβολταϊκά συστήματα (όταν η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από πιστοποιημένες ανανεώσιμες πηγές)
η) αντλίες θερμότητας αέρα ή εδάφους που λειτουργούν με ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια·
θ) πιστοποιημένη ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, από ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική ή άλλες πηγές, που χρησιμοποιείται για να ηλεκτροδοτήσει συστήματα κλιματισμού
ι) δίκτυα τηλεθέρμανσης/τηλεψύξης όπου η κύρια πηγή ενέργειας είναι η γεωθερμία, ή/και πιστοποιημένη βιομάζα βιώσιμης προέλευσης, ή/και θερμότητας από βιομηχανικά απόβλητα που χρησιμοποιείται μέσα σε ένα πλαίσιο ανανεώσιμης ενέργειας
κ) πιστοποιημένα βιώσιμα βιοκαύσιμα (π.χ. βιοντίζελ) σύμφωνα με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις ανανεώσιμες ενέργειες (ΕΕ red II / red III) ή τα παγκοσμίως αναγνωρισμένα συστήματα πιστοποίησης (π.χ. RSB, ISCC)
λ) αποδοτικά συστήματα βιομάζας όπως σύγχρονοι λέβητες ή σόμπες πέλλετ, που πληρούν το πρότυπο EN 303-5 (κλάση 5) ή ισοδύναμα πρότυπα για αποδοτικότητα ενέργειας και χαμηλές εκπομπές
μ) πιστοποιημένα καύσιμα βιομάζας (π.χ. πέλλετ, ροκανίδια, μπρικέτες) με πιστοποίηση FSC, PEFC ή ισοδύναμη.
Η τύρφη δεν θεωρείται ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και δεν συνυπολογίζεται στο απαιτούμενο μερίδιο του 50%.
Όταν χρησιμοποιούνται υβριδικά συστήματα, το ποσοστό ανανεώσιμης ενέργειας υπολογίζεται ως ποσοστό της συνολικής ετήσιας ενεργειακής ζήτησης για θέρμανση και ψύξη, βάσει αξιόπιστων δεδομένων (π.χ. λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, έξυπνοι μετρητές ή ανεξάρτητες αξιολογήσεις).
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την πιο πρόσφατη τεκμηρίωση, που αποδεικνύει ότι παράγει ή προμηθεύεται τουλάχιστον 50% της ενέργειας για θέρμανση και ψύξη από ανανεώσιμες πηγές και ότι δεν χρησιμοποιείται άνω του 50% ενέργεια από ορυκτά καύσιμα για τους ίδιους σκοπούς. Αυτή περιλαμβάνει:
• τεχνικές προδιαγραφές του συστήματος, τιμολόγια ή πιστοποιητικά εγκατάστασης για εξοπλισμό θέρμανσης, ψύξης, ζεστού νερού και μαγειρέματος που χρησιμοποιούνται στην εγκατάσταση
• έγγραφα γνωστοποίησης πηγών ενέργειας όπως συμβάσεις προμήθειας ενέργειας, τιμολόγια διανομής καυσίμων ή πιστοποιητικά προέλευσης ανανεώσιμης ενέργειας για βιοκαύσιμα ή ηλεκτρική ενέργεια (όταν πραγματοποιείται αγορά ενέργειας από πάροχο).·
• πιστοποιήσεις βιωσιμότητας ή τεκμηρίωση με τεχνικά πρότυπα για συστήματα βιομάζας ή βιοκαυσίμων (αν χρησιμοποιούνται τέτοια συστήματα). ·
• τεκμηρίωση που δείχνει τεχνικές προδιαγραφές των συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στοιχεία παραγωγής ενέργειας (π.χ. από μετρητές ή συστήματα dashboards)
• υπολογισμούς που αποδεικνύουν ότι τουλάχιστον 50% της ζήτησης για θέρμανση/ψύξη καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές (όταν η ενέργεια παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης).
Όπου η ενέργεια παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης, ο οπτικός έλεγχος επιβεβαιώνει την ύπαρξη και λειτουργία των συστημάτων.
To reduce the establishment’s environmental footprint and greenhouse gas emissions, energy used for heating, cooling, hot water production, and cooking should increasingly come from renewable sources. Transitioning from fossil fuel–based systems to renewable energy supports climate goals, enhances energy independence, and promotes long-term operational sustainability.
At least 50% of the energy used for heating and cooling at the establishment is supplied from renewable sources for a minimum continuous period of 3 months. This criterion also applies to energy used for hot water and cooking processes.
Renewable electricity may be produced on-site or sourced externally, preferably from a nearby supplier.
Acceptable alternatives to fossil fuel-based and nuclear-based systems include:
- solar thermal energy systems (e.g. solar collectors for hot water or space heating);
- geothermal systems and aerothermal heat pumps (e.g. ground or air-source);
- biogas and the biodegradable portion of biomass fuels (e.g. wood chips, agricultural waste);
- wind energy;
- hydropower (if applicable and managed sustainably);
- photovoltaic-powered electric heating and cooling (when the electricity is from certified renewable sources);
- air-source and ground-source heat pumps powered by renewable electricity;
- certified renewable electricity, including electricity from solar pv, wind, hydro, or other verified renewable sources, used to power climate control systems;
- district heating or cooling networks where the primary energy source is geothermal, and/or certified sustainably sourced biomass, and/or industrial waste heat recovery used within a renewable energy framework;
- certified sustainable biofuels (e.g. biodiesel) that comply with the EU renewable energy directive (red ii / red iii) or globally recognised certification schemes (e.g. RSB, ISCC);
- efficient biomass systems, such as modern wood pellet stoves or boilers meeting EN 303-5 (class 5) or equivalent standards for energy efficiency and low emissions; and/or
- certified biomass fuels (e.g. wood pellets, chips, or briquettes) verified under schemes such as FSC, PEFC, or equivalent.
Peat is not considered a renewable energy source and does not contribute to the required 50% share. When hybrid systems are in place, the renewable share is calculated as a percentage of the total annual energy demand for heating and cooling, using reliable data (e.g. utility bills, smart metres, or third-party assessments).
During the audit, the establishment presents the following most recent documentation demonstrating that it produces or purchases 50% of the energy used for heating and cooling from renewable sources and no more than 50% of fossil fuels are used for the same purposes:
- system specifications, invoices, or installation certificates for all heating, cooling, hot water and cooking equipment used in the establishment;
- energy source disclosure documents, such as energy supplier contracts, fuel delivery invoices, or certificates of renewable origin for biofuels or electricity (when purchasing the energy from a supplier);
- sustainability certification or technical standard documentation for biomass or biofuel systems (if such systems are used);
- documentation showing technical specifications of the renewable energy systems, energy production data (e.g. from metres or system dashboards); and
- calculations demonstrating that at least 50% of the heating/cooling demand is met through on-site renewable energy (when energy is produced on-site).
Where energy is produced on site, a visual inspection confirms the presence and functionality of the systems.
Η εγκατάσταση διαθέτει αυτόματη ή χειροκίνητη διαδικασία απενεργοποίησης των φώτων και των ηλεκτρικών συσκευών όταν τα δωμάτια επισκεπτών, τα ενοικιαζόμενα καταλύματα και οι αίθουσες συναντήσεων δεν χρησιμοποιούνται.
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν σπαταλάται ενέργεια για θέρμανση, ψύξη ή λειτουργία εξοπλισμού σε μη χρησιμοποιούμενους χώρους, η εγκατάσταση εφαρμόζει διαδικασίες απενεργοποίησης του φωτισμού και των ηλεκτρικών συσκευών σε δωμάτια και αίθουσες συναντήσεων που δεν χρησιμοποιούνται. Η πρακτική αυτή βελτιώνει την ενεργειακή απόδοση, μειώνει τα λειτουργικά κόστη και περιορίζει τις εκπομπές άνθρακα που σχετίζονται με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, συμβάλλοντας στους ευρύτερους στόχους βιωσιμότητας και κλιματικής δράσης.
Η εγκατάσταση διαθέτει αυτόματη ή χειροκίνητη διαδικασία απενεργοποίησης περιττών ηλεκτρικών συσκευών και φωτισμού, όταν τα δωμάτια επισκεπτών, τα ενοικιαζόμενα καταλύματα και οι αίθουσες συναντήσεων δεν χρησιμοποιούνται.
Η εγκατάσταση διαθέτει αυτόματη ή χειροκίνητη διαδικασία απενεργοποίησης περιττών ηλεκτρικών συσκευών και φωτισμού, όταν τα δωμάτια επισκεπτών, τα ενοικιαζόμενα καταλύματα και οι αίθουσες συναντήσεων δεν χρησιμοποιούνται.
Όπου η διαδικασία είναι χειροκίνητη, η εγκατάσταση διαθέτει γραπτή Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας, η οποία περιγράφει τη διαδικασία διαχείρισης της κατανάλωσης ενέργειας σε μη χρησιμοποιούμενους χώρους. Οι διαδικασίες περιλαμβάνουν:
• μέτρα για βραχυπρόθεσμη μη χρήση δωματίων (π.χ. έως 2 διανυκτερεύσεις/ημέρες), που περιγράφουν ενέργειες εξοικονόμησης ενέργειας σε προσωρινά αχρησιμοποίητα δωμάτια και αίθουσες συναντήσεων. Αυτά περιλαμβάνουν, για παράδειγμα: απενεργοποίηση όλων των φώτων, των μονάδων κλιματισμού (ηλεκτρικών συσκευών) και των τηλεοράσεων (συμπεριλαμβανομένης της απενεργοποίησης της λειτουργίας αναμονής όπου είναι εφικτό)
• μέτρα μείωσης κατανάλωσης ενέργειας σε περιόδους χαμηλής πληρότητας (π.χ. πληρότητα κάτω του 75%), ώστε να εξοικονομείται ενέργεια κατά την διάρκεια τέτοιων περιόδων. Αυτά περιλαμβάνουν μέτρα όπως η συγκέντρωση επισκεπτών σε συγκεκριμένες περιοχές του καταλύματος και το κλείσιμο ολόκληρων πτερύγων ή ορόφων για την ελαχιστοποίηση της κατανάλωσης ενέργειας, και εφαρμόζονται τόσο σε δωμάτια επισκεπτών, όσο και σε αίθουσες συναντήσεων.
Η Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας είναι πρακτική, προσανατολισμένη στο προσωπικό και αναθεωρείται σύμφωνα με τις λειτουργικές ανάγκες και τις τεχνολογικές ενημερώσεις των συστημάτων.
Όπου χρησιμοποιούνται αυτοματοποιημένα συστήματα, αποδεκτές λύσεις περιλαμβάνουν:
α) αισθητήρες παρουσίας
β) ανιχνευτές κίνησης/σωματικής θερμότητας
γ) συστήματα διαχείρισης δωματίων επισκεπτών (GRMS) ή Συστήματα Διαχείρισης Ενέργειας Κτιρίων (BEMS)
δ) Έλεγχοι με συστήματα πρόσβασης μέσω κινητού τηλεφώνου ενσωματωμένα με IoT (Internet of Things) και πλατφόρμες έξυπνης αυτοματοποίησης.
Ενώ τα παραδοσιακά συστήματα με κάρτα-κλειδί εξακολουθούν να απαντώνται σε ορισμένες εγκαταστάσεις και είναι αποδεκτά, για τον σκοπό του παρόντος κριτηρίου, ενθαρρύνονται οι σύγχρονες και πιο αποδοτικές λύσεις λόγω της ανώτερης απόδοσης, ευελιξίας και θετικής εμπειρίας επισκέπτη.
Όπου είναι εφαρμόσιμο, το επιλεγμένο σύστημα συμμορφώνεται με εθνικές/τοπικές απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης ή έξυπνων κτιρίων (π.χ. Οδηγία Ενεργειακής Απόδοσης της ΕΕ, τοπικοί κανονισμοί έξυπνων κτιρίων ή εγκαταστάσεων).
Κατά την επιθεώρηση, όταν χρησιμοποιούνται χειροκίνητα συστήματα, η εγκατάσταση παρουσιάζει αντίγραφο της Τυποποιημένης Διαδικασίας Λειτουργίας για τη διαχείριση χρήσης ενέργειας σε δωμάτια επισκεπτών και αίθουσες συναντήσεων που παραμένουν κενά για σύντομα χρονικά διαστήματα (έως 2 ημέρες/διανυκτερεύσεις) και κατά τη διάρκεια χαμηλής πληρότητας (π.χ. <75%), συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών μερικού κλεισίματος.
Σε αυτή την περίπτωση, ο οπτικός έλεγχος επιβεβαιώνει τις πρακτικές εξοικονόμησης ενέργειας σε μη χρησιμοποιούμενους χώρους.
Κατά την οπτική επιτόπια επιθεώρηση, όταν χρησιμοποιούνται αυτοματοποιημένα συστήματα, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψία σε τουλάχιστον 1 ενοικιαζόμενο κατάλυμα, 1 αίθουσα συναντήσεων και δωμάτια επισκεπτών σύμφωνα με τη μεθοδολογία Α του γλωσσαρίου, για επιβεβαίωση της ύπαρξης αυτόματου συστήματος απενεργοποίησης φωτισμού και ηλεκτρικών συσκευών.
To ensure energy is not wasted on heating, cooling, or powering unused equipment, the establishment implements procedures to switch off lighting and electrical appliances in unoccupied rooms and meeting spaces. This practice improves energy efficiency, reduces operational costs, and lowers the carbon emissions associated with electricity use, contributing to broader sustainability and climate goals.
The establishment has an automatic or manual procedure to turn off unnecessary electrical appliances and lighting when guestrooms, rental properties, and meeting rooms are unoccupied.
Where the procedure is manual, the establishment has a written Standard Operating Procedure (SOP) that describes the process for managing energy use in unoccupied rooms. The procedures include:
- measures for short-term room vacancy (e.g. up to 2 nights/days), describing energy-saving actions in temporarily unused guest and meeting rooms. This includes, for example: turning off all lights, air conditioning units (electrical appliances) and TVs (including disabling standby mode where feasible); and
- measures for energy reduction during low occupancy periods (e.g. below 75% occupancy), defining additional energy-saving actions during such periods. This preferably includes measures like consolidating guests in specific areas of the property and closing off entire wings or floors to minimise energy use and is applicable to both guest and meeting rooms.
The SOP is practical, staff-oriented, and reviewed according to operational needs and technical system updates.
Where automated systems are used, acceptable solutions include:
- occupancy sensors;
- motion/body heat detectors;
- guest Room Management Systems (GRMS) or Building Energy Management Systems (BEMS); and/or
- mobile-based access controls integrated with IoT (Internet of Things) and smart automation platforms.
While traditional key card systems may still be found in some establishments and are acceptable for the purpose of this criterion, modern and more efficient solutions are strongly encouraged for their superior performance, flexibility and positive guest experience.
Where applicable, the selected system aligns with national/local energy performance or smart building requirements (e.g. EU Energy Efficiency Directive, local smart building or establishment codes).
During the audit, where manual systems are used, the establishment presents a copy of the SOP for managing energy use in guest and meeting rooms empty for short periods (up to 2 nights/days) and during low occupancy (e.g. <75%), including any procedures for partial closure or system optimisation.
In this case, a visual inspection confirms the energy-saving practices in unoccupied areas.
During the visual inspection, where automatic systems are used, the auditor conducts samplings in at least 1 rental property, 1 meeting room, and guest rooms following methodology A as described in the glossary, to confirm the presence of an automatic system turning off lights and electrical appliances.
Η εγκατάσταση ορίζει μία ιδανική θερμοκρασία για ψύξη και θέρμανση.
Για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, την ευθυγράμμιση με καλές πρακτικές ενεργειακής αποδοτικότητας (εξοικονόμησης ενέργειας) και τη βελτίωση της ενεργειακής διαχείρισης, η διατήρηση κατάλληλων σημείων ρύθμισης θερμοκρασίας για ψύξη και θέρμανση είναι απαραίτητη. Ο καθορισμός τυπικών θερμοκρασιακών ορίων συμβάλλει στη ευχάριστη αίσθηση θέρμανσης/ψύξης, μειώνοντας ταυτόχρονα την περιττή κατανάλωση ενέργειας και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Η εγκατάσταση ορίζει μία ιδανική θερμοκρασία για ψύξη και θέρμανση στα δωμάτια, με έμφαση στους χώρους επισκεπτών και στις αίθουσες συναντήσεων. Για Εστιατόρια, Αξιοθέατα και Συνεδριακά Κέντρα, αυτό εφαρμόζεται σε ολόκληρο τον χώρο.
Ως γενικό πρότυπο: εάν η εξωτερική θερμοκρασία είναι υψηλότερη από 22°C, η θερμοκρασία ψύξης στο χώρο δεν πρέπει να είναι χαμηλότερη από 22°C. Εάν η εξωτερική θερμοκρασία είναι χαμηλότερη από 22°C, η θερμοκρασία θέρμανσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 22°C. Όπου είναι εφαρμόσιμο, τοπικοί ενεργειακοί κανονισμοί ή οδηγίες κλιματικής ζώνης μπορεί να απαιτούν προσαρμοσμένα όρια. Οι ρυθμίσεις θερμοκρασίας παραμένουν εντός αποδεκτών ορίων άνεσης (π.χ. ISO 7730, ASHRAE 55), ενώ ενθαρρύνεται η χρήση προσέγγισης εύρους θερμοκρασίας.
Η ιδανική θερμοκρασία ορίζεται είτε αυτόματα από κεντρικό σύστημα είτε χειροκίνητα σε κάθε δωμάτιο.
Οι επισκέπτες μπορούν να προσαρμόζουν τη θερμοκρασία στους χώρους των δωματίων τους ή στους χώρους συναντήσεων χειροκίνητα ή να απευθύνονται στη ρεσεψιόν. Ωστόσο, συνιστάται οι χειροκίνητες προσαρμογές να περιορίζονται σε μέγιστη απόκλιση 3°C από την ιδανική θερμοκρασία.
Ενθαρρύνεται η χρήση δυναμικών συστημάτων ελέγχου όπως προγραμματιζόμενοι θερμοστάτες, αισθητήρες παρουσίας ή Συστήματα Διαχείρισης Ενέργειας Κτιρίων (BEMS), ώστε να βελτιώνεται η ενεργειακή απόδοση και η άνεση των επισκεπτών. Συνιστάται επίσης η αναφορά σε εθνικούς κώδικες ενεργειακής απόδοσης κτιρίων, ή οδηγίες όπου υπάρχουν.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει γραπτή Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας για τη ρύθμιση και διαχείριση της θερμοκρασίας (π.χ. μέσω θερμοστατών, κεντρικών συστημάτων ή χειροκίνητα από τους επισκέπτες).
Σε ειδικές περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται τοπικά πρότυπα ή κλιματικές προσαρμογές, αυτά τεκμηριώνονται και αιτιολογούνται.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση:
• για HH, CHP και SA, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψία σε τουλάχιστον 1 αίθουσα συναντήσεων και σε δωμάτια επισκεπτών σύμφωνα με τη μεθοδολογία A του Γλωσσάριου, για επιβεβαίωση της ιδανικής θερμοκρασίας και ότι οι αποκλίσεις ελέγχου παραμένουν εντός των επιτρεπόμενων ορίων· και
• για R, A και CC, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψία σε τουλάχιστον 1 αντίστοιχο δημόσιο χώρο της εγκατάστασης, για επιβεβαίωση της ιδανικής θερμοκρασίας και των επιτρεπόμενων αποκλίσεων, σύμφωνα με τη μεθοδολογία A του Γλωσσάριου.
To reduce the environmental footprint, align with energy efficiency good practices and improve energy management, maintaining appropriate temperature setpoints for cooling and heating is essential. Establishing standard temperature ranges helps optimise comfort while reducing unnecessary energy use and greenhouse gas emissions.
The establishment sets a standard temperature for cooling and heating in rooms, with a focus on guest and meeting rooms. For Restaurants/Cafés (R), Attractions (A) and Conference Centres (CC), this applies to the entire area.
As a general standard: if the outside temperature is higher than 22°C (72°F), the cooling temperature in the room is set to no lower than 22°C (72°F). If the outside temperature is lower than 22°C, the heating temperature is set to no higher than 22°C. Where applicable, local energy regulations or climate zone guidance may require adjusted thresholds. The temperature settings remain within accepted comfort ranges (e.g. ISO 7730, ASHRAE 55), and the use of a temperatureband approach is encouraged.
The standard temperature (setpoint) is set automatically from a central system or manually in each room.
Guests may still adjust the temperature in the guest or meeting rooms manually or by contacting reception; however, it is encouraged that guest-controlled adjustments are limited to a maximum deviation of 3°C (5°F) from the standard setpoint.
The use of dynamic control systems such as programmable thermostats, occupancy sensors, or Building Energy Management Systems (BEMS) is encouraged to improve energy performance and guest comfort. The establishment is encouraged to refer to national building energy codes or guidelines where they exist to ensure compliance and contextual relevance.
During the audit, the establishment presents its written Standard Operating Procedure (SOP) for setting and managing temperature (e.g. via thermostats, central systems, or guest interface).
In specific circumstances, where local standards or climatic adaptations apply, this is documented and justified.
During the visual inspection:
- for HH, CHP and SA, the auditor conducts samplings in at least 1 meeting room and in guest rooms following methodology A as described in the glossary to confirm the set standard temperature and that any override controls remain within the allowed range; and
- for R, A and CC, the auditor conducts samplings in at least 1 of each relevant public areas of the entire establishment to confirm the set standard temperature and that any override controls remain within the allowed range, following methodology A as described in the glossary.
Η κατανάλωση ενέργειας ανά πηγή καταγράφεται τουλάχιστον μία φορά τον μήνα.
Η παρακολούθηση της κατανάλωσης ενέργειας ανά πηγή συμβάλλει στη διαχείριση και μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και του ενεργειακού κόστους, ενώ επιτρέπει τον έγκαιρο εντοπισμό αναποτελεσματικοτήτων, υποστηρίζει τη λήψη αποφάσεων βάσει δεδομένων και ευθυγραμμίζεται με καλές πρακτικές στις αναφορές βιωσιμότητας.
Η εγκατάσταση παρακολουθεί, καταγράφει και κατανοεί τη χρήση της ενέργειάς της. Η κατανάλωση ενέργειας καταγράφεται τουλάχιστον μία φορά τον μήνα ανά πηγή ενέργειας (π.χ. ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο, τηλεθέρμανση, καύσιμα, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Οι μετρήσεις πραγματοποιούνται συστηματικά και αποθηκεύονται σε ιχνηλάσιμη μορφή. Οι φωτογραφίες ή στιγμιότυπα οθόνης δεν αποτελούν αποδεκτή μορφή τεκμηρίωσης, και μπορεί να ζητηθεί συγκεκριμένο αρχείο για την παροχή δεδομένων, όπως αναφέρεται στο Γλωσσάρι. Η μεθοδολογία συλλογής δεδομένων τεκμηριώνεται (π.χ. δεδομένα από λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, συστήματα διαχείρισης κτιρίων, υπομετρητές ή χειροκίνητες καταγραφές).
Όπου τα μηνιαία δεδομένα δεν είναι άμεσα διαθέσιμα (π.χ. λόγω δομικών περιορισμών, περιορισμών παρόχων κοινής ωφέλειας, τοποθεσιών χωρίς υποδομή μέτρησης ή κτιρίων κοινής χρήσης), η εγκατάσταση παρέχει την ακριβέστερη δυνατή εκτίμηση της μηνιαίας κατανάλωσης ενέργειας. Αποδεκτές μεθοδολογίες περιλαμβάνουν κατανομή βάσει επιφάνειας, πληρότητας ή καθορισμένων δεικτών αναφοράς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, συνιστάται η τοποθέτηση ξεχωριστών ενεργειακών μετρητών για τη βελτίωση της ακρίβειας των δεδομένων με την πάροδο του χρόνου.
Τα δεδομένα παρακολούθησης ενέργειας που συλλέγονται στο πλαίσιο του παρόντος κριτηρίου μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βασικά δεδομένα αναφοράς για τη στήριξη των στόχων βιωσιμότητας της εγκατάστασης στο πλαίσιο των κριτηρίων 1.2 και 1.3.
Σε περίπτωση σημαντικών αλλαγών ή αυξημένης κατανάλωσης ενέργειας, η εγκατάσταση διερευνά άμεσα την αιτία και εφαρμόζει διορθωτικά μέτρα.
Όπου έχουν εγκατασταθεί ξεχωριστοί μετρητές ενέργειας σε διαφορετικές περιοχές του κτιρίου, συνιστάται η ανάλυση των μετρήσεων για την ολοκληρωμένη κατανόηση των σχετικών δράσεων και στόχων που πρέπει να τεθούν στο πλαίσιο των κριτηρίων 1.2 και 1.3.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• τις μηνιαίες καταγραφές κατανάλωσης ενέργειας για τα τελευταία 2 πλήρη ημερολογιακά έτη για κάθε χρησιμοποιούμενη πηγή ενέργειας (οι νέοι αιτούντες και οι νέες εγκαταστάσεις υποβάλλουν δεδομένα του τελευταίου πλήρους έτους ή τουλάχιστον 3 μηνών εάν δεν υπάρχουν προγενέστερα δεδομένα)· και
• τεκμηρίωση που υποστηρίζει τη μεθοδολογία συλλογής δεδομένων (π.χ. αποσπάσματα λογαριασμών κοινής ωφέλειας, έξοδοι BMS, χειρόγραφες καταγραφές). Εάν δεν υπάρχει αρχείο δεδομένων, ο υποψήφιος υποβάλλει φωτογραφίες των μετρητών που δείχνουν την κατανάλωση.
Σε ειδικές περιπτώσεις, η εγκατάσταση παρουσιάζει τα εκτιμώμενα δεδομένα και τη μεθοδολογία εκτίμησης, όπου τα μηνιαία δεδομένα δεν είναι διαθέσιμα.
Κατά την οπτική επιτόπια επιθεώρηση, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληπτικό έλεγχο της υποστηρικτικής τεκμηρίωσης εξετάζοντας δείγμα 3 στοιχείων (π.χ. δεδομένα από λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, απόδοση Συστήματος Διαχείρισης Κτιρίου, ενδείξεις υπομετρητών ή χειρόγραφες καταγραφές) από 3 διαφορετικούς μήνες εντός της περιόδου αναφοράς (μεθοδολογία Γ). Εάν περιλαμβάνονται πολλαπλές πηγές ενέργειας, έτη, τοποθεσίες ή συστήματα, το δείγμα επιλέγεται ώστε να αντικατοπτρίζει αυτή τη διαφοροποίηση.
Tracking energy use by source helps manage and reduce environmental impacts and energy costs, while enabling early detection of inefficiencies, supporting data-driven decisions, and aligning with good practices in sustainability reporting.
The establishment monitors, records and understands its energy use. Energy consumption is recorded at least once a month by energy source (e.g. electricity, gas, district heating, fuel, renewable energy sources). Readings are taken systematically and stored in a traceable format. Photos or screenshots are not an acceptable format, and the Green Key International/National Office may require a specific format to provide the data, as indicated in this document’s introduction. The methodology of data collection is documented (e.g. data from utility bills, building management systems, sub-metres or manual readings).
Where monthly data are not directly available (e.g. due to structural constraints, utility limitations, locations without metering infrastructure or shared-use buildings), the establishment provides the most precise estimation possible of its monthly energy consumption. Acceptable methodologies include allocation by floor area, occupancy, or defined benchmarks. In such cases, it is strongly recommended that the establishment installs separate energy metres to improve data accuracy over time.
The energy tracking data collected under this criterion can serve as baseline data to support the establishment’s sustainability targets under criterion 1.2 and criterion 1.3.
Should any major changes or larger energy consumption occur, the establishment immediately investigates the cause and implements corrective actions.
Where separate energy metres are installed across different areas of the building, it is recommended that the establishment analyses these readings to have a comprehensive overview on relevant actions and targets to be set under criteria 1.2 and 1.3.
During the audit, the establishment presents:
- the monthly records of energy consumption from the full last 2 calendar years for each energy source used (first-time applicants and newly opened establishments submit data from the last full calendar year, or a minimum of 3 months of data, if no historical data is available); and
- supporting documentation outlining the methodology of data collection (e.g. utility bill extracts, BMS outputs, manual logs). If a data log is not available, the applicant submits photos of the metres showing consumption.
In specific circumstances, the establishment presents the estimated data and the methodology of estimation, where monthly data are not accessible.
During the visual inspection, the auditor conducts samplings of the supporting documentation by reviewing a sample of 3 items (e.g. data from utility bills, Building Management System outputs, sub-metre readings or manual logs) from 3 different months within the reporting period (methodology C). If multiple energy sources, years, sites or systems are included, the sample is selected to reflect this variation.