Η εγκατάσταση υλοποιεί τουλάχιστον 1 πρωτοβουλία στους χώρους πρασίνου της για την προώθηση βιώσιμων διατροφικών πρακτικών.
Τα διατροφικά συστήματα συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην κλιματική αλλαγή, την απώλεια βιοποικιλότητας και την κατανάλωση φυσικών πόρων. Με την ευαισθητοποίηση και την ενεργή συμμετοχή επισκεπτών, προσωπικού και της τοπικής κοινότητας σε βιώσιμες διατροφικές πρακτικές, οι εγκαταστάσεις συμβάλλουν στη μεταβολή συμπεριφορών προς πιο υπεύθυνες μορφές παραγωγής και κατανάλωσης, προωθώντας μακροπρόθεσμα περιβαλλοντικά και κοινωνικά οφέλη.
Η εγκατάσταση εμπλέκει τους συνεργάτες της, τους επισκέπτες ή/και την κοινότητα στην ευαισθητοποίηση σχετικά με τη σημασία των βιώσιμων διατροφικών συνηθειών μέσω τουλάχιστον μίας πρωτοβουλίας στους χώρους πρασίνου της. Οι πρωτοβουλίες αυτές συνδέονται με θέματα παραγωγής τροφίμων, σπατάλης τροφίμων, βιοποικιλότητας ή τοπικής προμήθειας, και αποσκοπούν στην ενίσχυση της κατανόησης και της δράσης.
Παραδείγματα πρωτοβουλιών περιλαμβάνουν:
α) κήπο φρούτων, βοτάνων ή λαχανικών. Ο κήπος είναι μόνιμος και περιλαμβάνει βότανα ή/και φυτά ή δέντρα που παράγουν καρπούς. Όπου είναι δυνατό, η εγκατάσταση προσκαλεί το κοινό ή τοπικά σχολεία, να επισκεφθούν τον κήπο για εκπαιδευτικούς σκοπούς
β) θερμοκήπιο, υπερυψωμένα παρτέρια ή σύστημα καλλιέργειας σε γλάστρες, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ειδών τροφής ή τοπικών φυτών, ιδίως όταν συνδυάζεται με εκπαιδευτικές πινακίδες ή εντάσσεται σε ξεναγήσεις, εργαστήρια ή δραστηριότητες που εμπλέκουν επισκέπτες/προσωπικό
γ) υπαίθρια κουζίνα, χώρος μαγειρικής ή χώρος προετοιμασίας τροφίμων όπου χρησιμοποιούνται συστατικά από τον κήπο ή το θερμοκήπιο, σε διαδραστικές εμπειρίες, όπως μαθήματα μαγειρικής, γευσιγνωσίες βιωσιμότητας, ή γεύματα «από τον κήπο στο τραπέζι»
δ) άγριο λιβάδι ή δασόκηπος που συμβάλλει στη βιοποικιλότητα και περιλαμβάνει βρώσιμα ή εκπαιδευτικά είδη φυτών
ε) άλλους χώρους πρασίνου που έχουν σχεδιαστεί για την ευαισθητοποίηση, όπως κήπους με τοπικά ή κλιματικά προσαρμοσμένα φυτά, με ενημερωτικές πινακίδες ή χώρους που χρησιμοποιούνται για εργαστήρια βιωσιμότητας ή επισκέψεις σχολείων
ζ) μελισσοκομικές κυψέλες, με το μέλι ή το κερί να χρησιμοποιείται επί τόπου. Η τοποθέτηση τους γίνεται σύμφωνα με οικολογικές οδηγίες και δεν επηρεάζει αρνητικά τους άγριους/αυτοχθόνες επικονιαστές. Η διαχείρισή τους πραγματοποιείται σε συνεργασία με τοπικό ειδικό ή μελισσοκόμο.
Οι πρωτοβουλίες αυτές, είναι ενταγμένες στις λειτουργίες της εγκατάστασης. Έχουν εκπαιδευτικό χαρακτήρα και εντάσσονται στη συνολική εμπειρία των επισκεπτών (π.χ. χρήση της συγκομιδής σε φαγητά ή ποτά της εγκατάστασης, προσφορά προϊόντων στο κατάστημα δώρων, συμμετοχή επισκεπτών στη συγκομιδή κ.λπ.) ή/και χρησιμοποιούνται για τα γεύματα του προσωπικού. Ακόμη και αν ένας χώρος πρασίνου δεν είναι ορατός στους επισκέπτες, η εγκατάσταση ενημερώνει για την παρουσία και τον σκοπό του, π.χ. μέσω σύντομων βίντεο στο χώρο υποδοχής ή περιγραφών σε ενημερωτικό υλικό για επισκέπτες, κ.λπ..
Η διαχείριση του χώρου πρασίνου συμμορφώνεται με τα κριτήρια σχετικά με τη χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων (κριτήριο 7.8) και τις διαδικασίες διαχείρισης (κριτήριο 7.10). Η διαχείριση του χώρου αυτού και η χρήση φρούτων, λαχανικών, βοτάνων ή άλλων προϊόντων, πρέπει να ακολουθεί την εθνική και τοπική νομοθεσία επί του θέματος.
Αγροτικές δραστηριότητες που αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων, ή σημαντικό μέρος των εσόδων της εγκατάστασης (όπως αμπελώνες, ελαιώνες κ.λπ.), δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Green Key και συνεπώς δεν μπορούν να πιστοποιηθούν.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει αρχεία των πρωτοβουλιών, συμπεριλαμβανομένων των ειδών που καλλιεργούνται (εφόσον είναι εφαρμόσιμο), καθώς και αποδεικτικά στοιχεία για την εμπλοκή των επισκεπτών, του προσωπικού ή/και της κοινότητας στα ζητήματα της βιώσιμης διατροφής.
Η επιτόπια επιθεώρηση επιβεβαιώνει την ύπαρξη, τη μονιμότητα και την ενσωμάτωση των πρωτοβουλιών, στην συνολική πρακτική της εγκατάστασης.
Food systems contribute heavily to climate change, biodiversity loss and resource consumption. By raising awareness and engaging guests, staff and the community in sustainable food practices, establishments help shift behaviours toward more responsible production and consumption, fostering long-term environmental and social benefits.
The establishment engages its associates, guests and/or the community around the importance of sustainable food practices through at least 1 awareness-raising initiative in the green areas on its premises. These initiatives are linked to the themes of food production, food waste, biodiversity, or local sourcing and aim to foster understanding and action.
Examples of initiatives include:
- a fruit, herb, or vegetable garden. The garden is permanent and includes herbs and/or food-bearing plants/trees. Where possible, the establishment invites the public or local schools to visit the garden for educational purposes;
- a greenhouse, raised beds, or a container-based cultivation system used to grow food or native plants, especially when coupled with educational signage or integrated into guided tours, workshops, or guest/staff engagement;
- an outdoor kitchen, cooking area, or food preparation zone where ingredients from the garden or greenhouse are used in interactive experiences, such as cooking classes, sustainability tastings, or garden-to-table meals;
- a wild meadow or food forest that contributes to local biodiversity and includes edible or educational plant species;
- other green spaces designed to raise awareness, such as a native or climate-adaptive plant garden with interpretive signage or spaces used for sustainability workshops or school visits; and/or
- beehives, with the honey or wax used on site. Setting them up follows ecological guidelines and does not negatively impact wild/native pollinators. They are managed in partnership with a local expert or beekeeper.
Initiative(s) are clearly designated as part of the establishment’s operations. Their existence and produce serve an educational function and become part of the guest experience (e.g. by using produce for food or beverages in the establishment, offering products made of the produce in the gift shop, involving the guests in the harvest, etc.) and/or are used for staff meals. Even if a green space is not visible to guests, the establishment clearly communicates its presence and purpose, e.g. short videos at the front desk, description in guest information materials, etc.
The management of a green space follows the criteria regarding the use of pesticides and fertilisers (criterion 7.8) and management procedures (criterion 7.10). The management of this space and the use of any fruits/vegetables/herbs/produce must follow national and local legislation on the matter.
Agricultural activities that generate the main revenue or a main part of the revenue of the establishment (such as vineyards, olive farms, etc.) are not part of the Green Key scope and can therefore not be certified.
During the audit, the establishment presents records of the initiative(s), including species grown (if applicable), and evidence of how these initiatives are used to engage guests, staff and/or the community in sustainable food education.
A visual inspection confirms the initiative(s)’ presence, permanence and integration into the establishment's experience.
Η εγκατάσταση παρακολουθεί τους οικοτόπους και τα είδη που υποστηρίζουν τη βιοποικιλότητα που υπάρχουν εντός ή γύρω από τις εγκαταστάσεις της.
Μέσω της τακτικής παρατήρησης και καταγραφής ειδών και οικοτοόπων, οι εγκαταστάσεις ενισχύουν την οικολογική μάθηση, εμπλέκουν το προσωπικό και τους επισκέπτες σε δράσεις θετικές για τη φύση και συμβάλλουν σε εθνικά και περιφερειακά δεδομένα βιοποικιλότητας.
Η εγκατάσταση πραγματοποιεί τακτική παρατήρηση και καταγραφή των χαρακτηριστικών που ενισχύουν τη βιοποικιλότητα, καθώς και των ειδών που υπάρχουν εντός ή γύρω από τον χώρο της. Η οικολογική αυτή παρακολούθηση περιλαμβάνει την παρατήρηση και καταγραφή ειδών, οικοτόπων και οικολογικών μεταβολών με την πάροδο του χρόνου. Στο επίπεδο της εγκατάστασης, αυτό περιλαμβάνει την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο τα στοιχεία βιοποικιλότητας (π.χ. πράσινες στέγες, φυτεύσεις με τοπικά είδη, κήποι επικονιαστών ή καταφύγια άγριας ζωής) υποστηρίζουν την τοπική πανίδα και τον εντοπισμό ευκαιριών βελτίωσης.
Η παρακολούθηση πραγματοποιείται τουλάχιστον μία φορά ετησίως και μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως:
α) χρήση ενός απλού πλέγματος ανάλυσης βιοποικιλότητας, από το προσωπικό συντήρησης χώρων πρασίνου, για ανεξάρτητη ετήσια αξιολόγηση της καταλληλότητας του χώρου για τοπικά είδη (π.χ. ποικιλομορφία φυτικής κάλυψης, παρουσία μικροενδιαιτημάτων, μειωμένες διαταραχές)
β) συμμετοχή σε πρωτόκολλα επιστήμης των πολιτών (π.χ. καταγραφές πτηνών ή εντόμων, εκδηλώσεις για την ημέρα βιοποικιλότητας)
γ) ανάρτηση παρατηρήσεων ή φωτογραφιών σε δημόσιες πλατφόρμες
δ) υποβολή στοιχείων σε εθνικές βάσεις δεδομένων ή προγράμματα βιοποικιλότητας (π.χ. εθνικά συστήματα παρακολούθησης πτηνών ή επικονιαστών)
ε) διοργάνωση περιπάτων στη φύση για το προσωπικό ή τους επισκέπτες, ημερών παρακολούθησης ειδών ή εργαστηρίων οικολογικής παρατήρησης
ζ) πρόσκληση οικολόγου, οδηγού βιοποικιλότητας,, οργανώσεων προστασίας της φύσης (π.χ. τοπικών ΜΚΟ) ή ιδιωτικών οικολογικών συμβούλων, για άτυπη ή επίσημη αξιολόγηση.
Ο στόχος δεν είναι η επίδειξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων (π.χ. συγκεκριμένος αριθμός ειδών που παρατηρήθηκαν), αλλά η καλλιέργεια της συνήθειας παρακολούθησης και μάθησης. Συνεπώς, η συμμόρφωση δεν βασίζεται στα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν, αλλά στη συστηματική προσπάθεια της εγκατάστασης για παρατήρηση, καταγραφή και αναστοχασμό, σχετικά με την παρουσία και λειτουργία της βιοποικιλότητας.
Συνιστάται η χρήση εθνικών ή περιφερειακών καταλόγων ειδών, βάσεων δεδομένων βιοποικιλότητας ή διεθνών πηγών αναφοράς (π.χ. λίστες IUCN, οδηγοί αναγνώρισης πτηνών ή επικονιαστών, σχετικές εφαρμογές κ.λπ.) για τον εντοπισμό των ειδών που είναι πιο πιθανό να βρεθούν στην περιοχή.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει αποδεικτικά στοιχεία για τις δραστηριότητες παρακολούθησης βιοποικιλότητας που έχουν πραγματοποιηθεί (π.χ. εσωτερικές σημειώσεις παρατήρησης, συμπληρωμένα πλέγματα παρακολούθησης, λίστες ειδών, φωτογραφίες ή στιγμιότυπα οθόνης από εφαρμογές/πλατφόρμες επιστήμης των πολιτών κ.λπ.), αποδεικνύοντας ότι οι παρατηρήσεις έχουν πραγματοποιηθεί και καταγραφεί σύμφωνα με την επιλεγμένη προσέγγιση παρακολούθησης.
By regularly observing and documenting species and habitats, establishments strengthen ecological learning, engage staff and guests in nature-positive practices and contribute to national and regional biodiversity data.
The establishment carries out regular observation and documentation of biodiversity-supporting features and of species present on or around its premises. This ecological monitoring involves observing and recording species, habitats and ecological changes over time. At the establishment level, this includes assessing how well biodiversity features (e.g. green roofs, native plantings, pollinator gardens, or wildlife shelters) function to support local wildlife and identifying opportunities for improvement.
Monitoring is conducted at least once per year and can take diverse forms, including for example:
- using a simple biodiversity analysis grid by staff responsible for green area maintenance to independently assess, once per year, how favourable the site is for local species (e.g. diversity of plant cover, presence of microhabitats, reduced disturbances);
- participation in citizen science protocols (e.g. bird or insect surveys, biodiversity day’s events);
- uploading observations or photos to public platforms;
- submitting data to national biodiversity databases or programmes (e.g. national bird or pollinator monitoring schemes);
- organising staff or guest nature walks, species monitoring days, or ecological observation workshops; and/or
- inviting an ecologist, biodiversity guide, nature conservation associations (e.g. local NGOs) or private ecological consultants for an informal or formal assessment.
The aim is not to demonstrate specific outcomes (e.g. certain number of species observed), but to foster a habit of regular monitoring and learning. Conformity is therefore not based on observed results, but on the establishment's consistent effort to observe, document and reflect on biodiversity presence and function.
It is recommended to use national or regional species catalogues, biodiversity databases, or international references (e.g. IUCN lists, birds, pollinator identification guides, relevant applications, etc.) to help recognise which species are most likely to be observed in the area.
During the audit, the establishment presents evidence of the biodiversity monitoring activities carried out (e.g. internal observation notes, completed monitoring grids, species lists, photos or screenshots from apps/citizen science platforms, etc.), demonstrating that observations have been made and documented in line with the chosen monitoring approach.
Η εγκατάσταση αξιολογεί τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που σχετίζονται με τη βιοποικιλότητα και τη φύση στον χώρο της.
Η κατανόηση των κινδύνων που σχετίζονται με τη βιοποικιλότητα και τη φύση στον χώρο της εγκατάστασης, αποτελεί προϋπόθεση για την υπεύθυνη διαχείριση της γης. Μια δομημένη αξιολόγηση βοηθά στον εντοπισμό οικολογικών αξιών, εξαρτήσεων από οικοσυστημικές υπηρεσίες και ευκαιριών για θετικές παρεμβάσεις, ενισχύοντας την περιβαλλοντική απόδοση και την ανθεκτικότητα.
Η εγκατάσταση πραγματοποιεί αξιολόγηση κινδύνων και ευκαιριών που σχετίζονται με τη βιοποικιλότητα και τη φύση. Η αξιολόγηση αυτή δημιουργεί μια βασική γραμμή αναφοράς για τη βιοποικιλότητα, και αναδεικνύει περιοχές οικολογικής ευαισθησίας ή δυνατότητες βελτίωσης. Αυτό μπορεί να αποτελέσει θεμελιώδες βήμα για τους στόχους βιωσιμότητας της εγκατάστασης (κριτήριο 1.2) και το σχέδιο δράσης (κριτήριο 1.3) και μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν από άλλα κριτήρια που σχετίζονται με τη βιοποικιλότητα.
Η αξιολόγηση αυτή περιλαμβάνει:
• ταυτοποίηση των υπαρχόντων ειδών (π.χ. δέντρα, θάμνοι, φυτά φιλικά προς επικονιαστές, πτηνά ή άλλα ορατά είδη πανίδας), σημαντικών οικοτόπων, πιθανών οικολογικών διαδρόμων (πράσινων, μπλε, ή μαύρων/σκοτεινών), υγροτόπων και οικολογικά λειτουργικών εδαφών
• εντοπισμό πιέσεων που ασκούνται από ανθρώπινες δραστηριότητες (π.χ. πρακτικές διαμόρφωσης τοπίου, φωτορύπανση/ηχορύπανση, εισβλητικά είδη, διατάραξη οικοτόπων)
• ανασκόπηση εξαρτήσεων από οικοσυστημικές υπηρεσίες και πιθανών ρίσκων (π.χ. επικονίαση, διαθεσιμότητα νερού, ρύθμιση πλημμυρών, ξηρασία)
• ευκαιρίες βελτίωσης (π.χ. αποκατάσταση οικοτόπων, εμπειρίες για επισκέπτες που έχουν να κάνουν με τη φύση)
• προετοιμασία χαρτογράφησης του χώρου (συνιστάται).
Η αξιολόγηση περιορίζεται σε περιοχές υπό τον έλεγχο της εγκατάστασης· εξαιρούνται γειτονικές ιδιωτικές ή δημόσιες εκτάσεις. Εγκαταστάσεις με χώρους πρασίνου άνω των 5 εκταρίων χρησιμοποιούν εξωτερικό εμπειρογνώμονα ή συμβουλευτική εταιρεία για τη διενέργεια της αξιολόγησης. Εγκαταστάσεις με μικρότερες περιοχές πρασίνου μπορούν να πραγματοποιούν την αξιολόγηση εσωτερικά, χρησιμοποιώντας διαθέσιμους δημόσιους πόρους (π.χ. περιφερειακά ή εθνικά δίκτυα βιοποικιλότητας, βάσεις δεδομένων ειδών, εργαλεία δημόσιας χαρτογράφησης ή εργαλειοθήκες ΜΚΟ).
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει γραπτή αξιολόγηση βιοποικιλότητας, και αξιολόγηση κινδύνων και ευκαιριών που σχετίζονται με τη φύση (εκπονημένη εσωτερικά ή από εξωτερικό εμπειρογνώμονα, ανάλογα με το μέγεθος της εγκατάστασης). Αυτή καλύπτει τα απαιτούμενα στοιχεία, και περιλαμβάνει αναφορά στις υποστηρικτικές πηγές ή εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν (π.χ. περιφερειακά/εθνικά δίκτυα βιοποικιλότητας, βάσεις δεδομένων ειδών, εργαλεία ΜΚΟ κ.λπ.).
Σε ειδικές περιπτώσεις, όπου είναι διαθέσιμα, παρουσιάζεται οπτική τεκμηρίωση ή χαρτογράφηση οικοτόπων και ειδών.
Understanding on-site biodiversity and nature-related risks is a prerequisite for responsible land management. A structured assessment helps identify ecological values, dependencies on ecosystem services and opportunities for positive action, strengthening environmental performance and resilience.
The establishment undertakes a biodiversity and nature-related risk and opportunity assessment. This assessment establishes a baseline for biodiversity and highlights areas of ecological sensitivity or potential improvement. This can serve as a foundational step to the establishment’s sustainability targets (criterion 1.2) and to the action plan (criterion 1.3) and could be implemented prior to other biodiversity-related criteria.
This assessment includes:
- identification of species present (e.g. trees, shrubs, pollinator-friendly plants, birds, or other visible fauna), major habitats, potential ecological corridors (green, blue, black), wetlands and ecologically functional soils;
- identification of pressures exerted by human activities (e.g. landscaping practices, light/noise pollution, invasive species, habitat disturbance);
- review of dependencies on ecosystem services and potential risks (e.g. pollination, water availability, flood regulation, drought);
- opportunities for improvement (e.g. habitat restoration, nature-based guest experiences); and
- preparation of a site mapping (recommendation).
The assessment is limited to areas under the establishment’s control, surrounding private or public land is excluded. Establishments with green areas larger than 5 hectares use an external expert or consultancy to carry the assessment. Sites with smaller green areas may complete the assessment internally, using publicly available resources (such as regional or national biodiversity grids, species databases, public mapping tools or NGO toolkits).
During the audit, the establishment presents a written biodiversity assessment and nature-related risks and opportunities assessment (conducted internally or by an external expert, depending on site size) that covers the required elements, with mention of supporting references or tools used (e.g. regional/national biodiversity grids, species databases, NGO toolkits, etc.).
In specific circumstances, where available, visual documentation or mapping of habitats and species is presented.
Η εγκατάσταση λαμβάνει πρωτοβουλίες για την προστασία και υποστήριξη της τοπικής βιοποικιλότητας εντός του χώρου της (ή γύρω από αυτόν).
Η βιοποικιλότητα είναι ουσιώδης για την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων, τις τοπικές τροφικές αλυσίδες, τη ρύθμιση του κλίματος και τη συνολική περιβαλλοντική υγεία. Με την ενεργή ενίσχυση της βιοποικιλότητας εντός και γύρω από τον χώρο τους, οι εγκαταστάσεις δεν περιορίζονται απλώς στη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά υποστηρίζουν την αναγέννηση, την προστασία των οικοτόπων και την οικολογική διαχείριση, συμβάλλοντας έτσι στην προστασία της φύσης.
Η εγκατάσταση εφαρμόζει ουσιαστικές πρωτοβουλίες, σε σχέση με την βιοποικιλότητα, που ευνοούν τις συνθήκες εντός ή γύρω από τον χώρο της (βλ. επίσης κριτήρια 1.2 και 1.3). Οι δράσεις αυτές υποστηρίζουν πάντα τοπικά είδη χλωρίδας και πανίδας και προσαρμόζονται στο πλαίσιο και την κλίμακα της εγκατάστασης.
• Εγκαταστάσεις με χώρους πρασίνου παρέχουν τουλάχιστον 2 δράσεις βιοποικιλότητας, εκ των οποίων τουλάχιστον 1 πραγματοποιείται εντός των χώρων πρασίνου της εγκατάστασης.
• Εγκαταστάσεις σε αστικές περιοχές με/ή χωρίς χώρους πρασίνου παρέχουν τουλάχιστον 1 δράση βιοποικιλότητας.
Παραδείγματα δράσεων περιλαμβάνουν:
α) αποκατάσταση της άγριας φύσης σε τουλάχιστον 10% της εξωτερικής έκτασης, προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της εγκατάστασης (π.χ. μη διαχειριζόμενες φυσικές περιοχές, εξελισσόμενοι χώροι με βλάστηση, θαμνώδεις εκτάσεις, περιοχές αναδάσωσης)
β) δημιουργία ή διατήρηση περιοχών πρασίνου, φιλικών προς επικονιαστές, που καλύπτουν τουλάχιστον το 10% της συνολικής εξωτερικής έκτασης
γ) δημιουργία ή διατήρηση πράσινων στεγών ή/και κάθετων πράσινων τοίχων που καλύπτουν τουλάχιστον το 10% της επιφάνειας στέγης ή τοίχων
δ) χρήση τοπικών ή κλιματικά προσαρμοσμένων ειδών (μη εισβλητικών ειδών) για πράσινες στέγες, πράσινους τοίχους, κήπους και λοιπούς εξωτερικούς χώρους
ε) παροχή ευνοϊκών συνθηκών για τοπικά είδη (π.χ. φωλιές πουλιών, ξενοδοχεία εντόμων (για ένα είδος), μελισσοκυψέλες, διάδρομοι και περάσματα άγριων ζώων κ.λπ.). Οι χώροι αυτοί πρέπει να είναι κατάλληλοι για τα τοπικά είδη, σωστά τοποθετημένοι και να συντηρούνται τακτικά ώστε να παραμένουν κατάλληλοι
ζ) προστασία οικοτόπων τοπικών ειδών (χερσαίων ή υδάτινων/θαλάσσιων, π.χ. περιοχές ωοτοκίας χελωνών, μαγκρόβια δάση, κοραλλιογενείς ύφαλοι, λιβάδια επικονιαστών όπως πεταλούδες, νεκρό ξύλο και άλλα φυσικά στοιχεία) εντός ή κοντά στις εγκαταστάσεις μέσω μείωσης φωτισμού και θορύβου (συμπεριλαμβανομένων εξωτερικών χώρων ευεξίας που βρίσκονται σε ή κοντά σε φυσικούς οικοτόπους). Ο οικότοπος πρέπει να έχει εντοπιστεί και να έχουν εφαρμοστεί σαφή προστατευτικά μέτρα
η) εντοπισμός και εξάλειψη πιθανών οικολογικών παγίδων στους χώρους της εγκατάστασης (π.χ. κάλυψη δομικών κοιλοτήτων, κενών ή μικρών κλειστών χώρων, που μπορεί να προσελκύσουν άγρια ζώα σε μη ασφαλείς περιοχές)
θ) υποστήριξη, το λιγότερο 1 φορά ετησίως, τοπικής/περιφερειακής/εθνικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στην προστασία της βιοποικιλότητας στην περιοχή ή περιφέρεια
ι) συμμετοχή στην αποκατάσταση άγριας φύσης, συντήρηση ή ανάπλαση τοπικών πάρκων ή δημόσιων χώρων πρασίνου
κ) συνεργασία με τις τοπικές/περιφερειακές/εθνικές αρχές ή ΜΚΟ για πιο πράσινες πόλες (π.χ. δενδροφυτεύσεις, οικολογικοί διάδρομοι επικονιαστών, πράσινες στέγες)
λ) φιλοξενία ή παραχώρηση χώρου για σεμινάρια, εκδηλώσεις ευαισθητοποίησης ή εργαστήρια ειδικών, που σχετίζονται με την βιοποικιλότητα.
Σε ορισμένες περιοχές (π.χ. κάποιες αστικές περιοχές), οι κυψέλες μελισσών ή μεγάλα «ξενοδοχεία» εντόμων είναι κατάλληλα μόνο υπό συγκεκριμένες οικολογικές και κανονιστικές συνθήκες (όπου προτιμώνται μικρά, φυσικά ή διάσπαρτα στοιχεία), και θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε εναλλακτικές πρωτοβουλίες.
Συνιστάται η εγκατάσταση να αναζητά υποστήριξη από εξωτερικούς ειδικούς οργανισμούς ή ενώσεις, για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση δράσεων βιοποικιλότητας, καθώς και οι πρωτοβουλίες αυτές να βασίζονται στην αξιολόγηση των κινδύνων και των ευκαιριών που σχετίζονται με τη βιοποικιλότητα και τη φύση (κριτήριο 7.12).
Το κριτήριο εφαρμόζεται τόσο στους εργαζόμενους όσο και σε εξωτερικούς συνεργάτες ή εταιρείες συντήρησης χώρων πρασίνου που έχουν αναλάβει σχετικές εργασίες.
Σημείωση για εθνική προσαρμογή: Στη Σουηδία ισχύουν τα εξής:
• εγκαταστάσεις με μικρούς χώρους πρασίνου (< 1000 m²) παρέχουν τουλάχιστον 2 δράσεις βιοποικιλότητας, εκ των οποίων τουλάχιστον 1 πραγματοποιείται εντός των χώρων πρασίνου της εγκατάστασης
• εγκαταστάσεις με μεγαλύτερους χώρους πρασίνου (> 1000 m²) παρέχουν τουλάχιστον 3 δράσεις βιοποικιλότητας, εκ των οποίων τουλάχιστον 2 πραγματοποιούνται εντός των χώρων πρασίνου της εγκατάστασης
• εγκαταστάσεις σε αστικές περιοχές με/ή χωρίς χώρους πρασίνου παρέχουν τουλάχιστον 1 δράση βιοποικιλότητας.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• την Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας για την υποστήριξη της τοπικής βιοποικιλότητας
• αρχείο των παρεμβάσεων βιοποικιλότητας και αποδεικτικά της εξαμηνιαίας αξιολόγησης (για υποψηφίους που επανυποβάλουν αίτηση).
Σε ειδικές περιπτώσεις όπου η συντήρηση πραγματοποιείται από εξωτερική εταιρεία, παρουσιάζεται η έγγραφο του εργολάβου σχετικά με την προστασία της τοπικής βιοποικιλότητας στους χώρους της εγκατάστασης.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση και όπου είναι δυνατόν, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψίες σε τουλάχιστον 1 χώρο πρασίνου, όπου έχουν αναληφθεί πρωτοβουλίες, προκειμένου να επιβεβαιώσει πώς έχουν δημιουργηθεί ευνοϊκές συνθήκες για την τοπική βιοποικιλότητα ή πώς προστατεύονται οι οικότοποι τοπικών ειδών, ακολουθώντας τη μεθοδολογία Α όπως περιγράφεται στο Γλωσσάρι.
Biodiversity is essential for the resilience of ecosystems, local food chains, climate regulation and overall environmental health. By actively enhancing biodiversity on and around their premises, establishments go beyond environmental mitigation to support regeneration, habitat protection and ecological stewardship, contributing to a net gain in nature.
The establishment implements substantial biodiversity initiatives that favour conditions for the biodiversity on (or around) the premises (see also criterion 1.2 and 1.3). These actions always support the local (native/indigenous/ endemic/rare) species of flora and fauna and are adapted to the site’s context and scale:
- establishments with green areas provide at least 2 biodiversity actions, with at least 1 action done in the establishments’ green areas; and
- establishments located in urban areas and/or without green areas provide at least 1 biodiversity action.
Examples of actions include:
- rewilding of at least 10% of the outdoor area, adapted to the establishment’s context (e.g. unmanaged natural areas, evolving vegetated spaces, shrublands, afforestation patches);
- establishing/maintaining pollinator-friendly green areas covering at least 10% of the total outdoor area;
- establishing/maintaining a green roof and/or vertical green walls covering at least 10% of the roof or wall area;
- using native or climate-adaptive, non-invasive species for the green roofs, green walls, gardens and other outside areas;
- providing favourable conditions for local species (e.g. bird houses, monospecific insect hotels, beehives, wildlife corridors and passageways, etc.). The installation must be appropriate for local species, correctly placed, and maintained regularly to ensure ecological suitability;
- protecting habitats of local species (terrestrial or aquatic/marine, e.g. turtle nesting grounds, mangroves, coral reefs, meadows for pollinators (butterflies), dead wood and other natural features) on or near the premises by minimising light and noise (this includes outdoor wellness areas located in or near natural habitats). The habitat must be identified, and appropriate protective measures must be clearly implemented;
- identifying and eliminating potential ecological traps on the premises (e.g. filling or covering structural cavities, gaps or small enclosed spaces that may attract wildlife into unsafe areas);
- supporting at least once a year a local/regional/national association working on biodiversity protection in the area or region;
- participating in the rewilding, maintenance, or restoration of local parks or public green areas;
- collaborating with local/regional/national authorities or NGOs on urban greening initiatives (e.g. tree planting, pollinator corridors, rooftop gardens); and/or
- hosting or lending space for biodiversity-related seminars, awareness events, or expert workshops.
In some contexts (e.g. some urban areas), beehives or large insect hotels are only suitable under specific ecological and regulatory conditions (with small, natural or dispersed features preferred), and alternative initiatives should be prioritised.
Is it recommended that the establishment seeks support from external expert organisations or associations to design and implement biodiversity actions, and that the initiatives are based on the biodiversity and nature-related risk and opportunity assessment (criterion 7.12).
The criterion applies to both direct employees and to outsourced staff/landscaping companies contracted by the establishment to carry out the maintenance of its green areas. Note on national adaptation: In SE, the following applies:
- establishments with smaller green areas (< 1000 m2) provide at least 2 biodiversity actions, with at least 1 action done in the establishment’ green areas;
- establishments with larger green areas (> 1000 m2) provide at least 3 biodiversity actions, with at least 2 actions done in the establishment’ green areas; and
- establishments located in urban areas and/or without green areas provide at least 1 biodiversity action.
During the audit, the establishment presents:
- its Standard Operating Procedure (SOP) for supporting the local biodiversity; and
- a record of the biodiversity interventions and evidence of bi-annual review (for re-applicants).
In specific circumstances, if an external company carries out maintenance, the contractor’s written policy on local biodiversity protection on the establishment’s grounds is presented.
During the visual inspection, and where possible, the auditor conducts samplings in at least 1 green area where on-site initiatives are taken to confirm how favourable conditions for local biodiversity have been created or how habitats of local species are protected, following methodology A as described in the glossary.
Η εγκατάσταση εφαρμόζει πρωτοβουλίες συντήρησης των χώρων πρασίνου της σύμφωνα με τις αρχές της οικολογικής διαχείρισης.
Οι χώροι πρασίνου ενισχύουν την ικανοποίηση των επισκεπτών και τη βιοποικιλότητα, αλλά μπορεί να προκαλέσουν περιττή κατανάλωση νερού και περιβαλλοντικές επιπτώσεις εάν δεν συντηρούνται με σωστό τρόπο. Η υπεύθυνη συντήρηση διασφαλίζει υγιή βλάστηση εξοικονομεί πόρους, διατηρεί την οπτική ποιότητα και λειτουργικότητα των εξωτερικών χώρων, και υποστηρίζει τα τοπικά οικοσυστήματα.
Η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι οι χώροι πρασίνου και οι διακοσμητικοί κήποι συντηρούνται σύμφωνα με τις αρχές της οικολογικής διαχείρισης. Οι πρακτικές συντήρησης προσαρμόζονται στο τοπικό κλίμα, το περιβαλλοντικό πλαίσιο, και τις εποχικές μεταβολές, ενώ υποστηρίζουν την οικολογική ποικιλομορφία και αποφεύγουν τη διατάραξη της τοπικής άγριας ζωής.
Η ενέργεια (α) παρακάτω είναι πάντα υποχρεωτική, και η εγκατάσταση ενθαρρύνεται να εφαρμόζει τουλάχιστον μία επιπλέον ενέργεια. Παραδείγματα πρόσθετων ενεργειών περιλαμβάνονται στα σημεία (β)–(ε):
α) αποδοτικές και στοχευμένες μέθοδοι ποτίσματος (π.χ. στάγδην άρδευση, αισθητήρες υγρασίας, πότισμα νωρίς το πρωί/βράδυ/νύχτα, ιδιαίτερα σε θερμές ή ξηρές περιοχές). Οι πρακτικές άρδευσης προσαρμόζονται στο τοπικό κλίμα, το περιβαλλοντικό πλαίσιο και την εποχικότητα για καλύτερη απόδοση και αποφυγή αχρείαστων απωλειών νερού
β) φροντίδα για την υγεία εδάφους μέσω κομποστοποίησης ή εδαφοκάλυψης με οργανικά υλικά
γ) κλάδεμα, κοπή χόρτου και φροντίδα φυτών σε χρόνους που βελτιώνουν την ανθεκτικότητα των φυτών και μειώνουν τις ανάγκες πόρων, π.χ. διατήρηση περιοχών με υψηλότερο, αδιατάρακτο γρασίδι όπου δεν υπάρχει ανάγκη πρόσβασης· χρήση υψηλότερων ρυθμίσεων χλοοκοπτικού και προσαρμογή της συχνότητας κοπής, ανάλογα με την ανάπτυξη της βλάστησης και τη χρήση του χώρου. Ο προγραμματισμός τέτοιων δραστηριοτήτων λαμβάνει υπόψη τους κύκλους ζωής της τοπικής πανίδας, αποφεύγοντας παρεμβάσεις κατά την διάρκεια ευαίσθητων περιόδων, όπως περίοδοι φωλιάσματος ή αναπαραγωγής·
δ) χρήση φυτών προσαρμοσμένων στο τοπικό περιβάλλον και ανθεκτικών στην ξηρασία. Η επιλογή φυτών είναι ευέλικτη και προσαρμοσμένη στο τοπικό πλαίσιο, το κλίμα και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Προωθεί επίσης την οικολογική ποικιλομορφία μέσω χρήσης τοπικών ειδών, διαφορετικών υψών και στρωμάτων βλάστησης (κάθετη διαστρωμάτωση), και διασφαλίζει ότι οι περίοδοι ανθοφορίας και καρποφορίας κλιμακώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, για την υποστήριξη των επικονιαστών και της άγριας ζωής
ε) διαχείριση της κίνησης πεζών και οχημάτων ώστε να αποφεύγεται η συμπίεση εδάφους, η απώλεια βλάστησης και η διάβρωση σε ευαίσθητες περιοχές (π.χ. χρήση καθορισμένων μονοπατιών και διαδρομών πρόσβασης, περιορισμός πρόσβασης οχημάτων σε συγκεκριμένες περιοχές, αποτροπή κίνησης εκτός μονοπατιού με σήμανση ή φυσικά εμπόδια). Όπου υπάρχουν ευαίσθητα οικοσυστήματα (π.χ. αμμοθίνες, μαγκρόβια βλάστηση, δάση, περιοχές ωοτοκίας χελωνών), συνιστάται να αναρτώνται κώδικες συμπεριφοράς, κατά προτίμηση με παραπομπή σε επίσημες πηγές όπως ο Οδηγός Υπεύθυνου Ταξιδιώτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού των Ηνωμένων Εθνών (UNWTO)
ζ) πρόληψη και έλεγχος ξενικών-εισβλητικών ειδών μέσω σωστής αναγνώρισης, παρακολούθησης και δράσης. Το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για τη συντήρηση χώρων πρασίνου εκπαιδεύεται ώστε να αναγνωρίζει ξένα είδη, να κατανοεί την οικολογική τους επίδραση και να εφαρμόζει κατάλληλα μέτρα ελέγχου. Ανάλογα με το είδος, τα μέτρα μπορεί να περιλαμβάνουν πρόληψη εξάπλωσης, περιορισμό, επιλεκτική απομάκρυνση ή στοχευμένη παρακολούθηση. Για την επιβεβαίωση της ταυτοποίησης ειδών, χρησιμοποιούνται εθνικοί και περιφερειακοί κατάλογοι ξενικών-εισβλητικών ειδών, βάσεις δεδομένων ή επίσημες οδηγίες, και τηρούνται οι νομικές υποχρεώσεις αναφοράς όπου ισχύουν.
Το κριτήριο εφαρμόζεται τόσο στους εργαζόμενους, όσο και σε εξωτερικούς συνεργάτες και εταιρείες διαμόρφωσης τοπίου, που έχουν αναλάβει με σύμβαση τη συντήρηση των χώρων πρασίνου της εγκατάστασης.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει φωτογραφίες ή οπτικές αποδείξεις των πρακτικών συντήρησης χώρων πρασίνου (π.χ. σύστημα άρδευσης, εδαφοκάλυψη, φυτεύσεις με τοπικά είδη).
Σε ειδικές περιπτώσεις, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• σύντομη περιγραφή ή επιβεβαίωση του τρόπου εφαρμογής των πρακτικών (η οποία μπορεί να ενσωματώνεται Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας, όπου εφαρμόζεται
• γραπτή έκθεση του εργολάβου, σχετικά με τη συντήρηση των χώρων πρασίνου, εάν αυτή γίνεται από εξωτερική εταιρεία.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση και όπου είναι κατάλληλο, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψίες σε τουλάχιστον 1 περιοχή όπου εφαρμόζονται αποδοτικές και στοχευμένες μέθοδοι άρδευσης και σε 1 περιοχή όπου εφαρμόζονται πρόσθετες ενέργειες, προκειμένου να επιβεβαιώσει τις πρακτικές συντήρησης και την υγεία της βλάστησης.
Green areas enhance guest experience and biodiversity but can cause unnecessary water use and environmental impacts if poorly managed. Responsible maintenance ensures healthy vegetation while conserving resources, preserving the visual quality and function of outdoor spaces and supporting local ecosystems.
The establishment ensures that green areas and ornamental landscapes on the premises are maintained according to the principles of ecological management. Maintenance practices are adapted to the local climate, environmental context and seasonal changes, while supporting ecological diversity and avoiding disruption to local wildlife.
Action (a) below is always mandatory, and the establishment is encouraged to take at least 1 additional action. Examples of additional actions are listed in items (b)–(e):
- efficient and targeted watering methods (e.g. drip irrigation, moisture sensors, early morning/evening/night watering particularly in hot or arid regions). The irrigation practices are adapted to the local climate, environmental context and seasonality to optimise efficiency and avoid unnecessary water loss;
- soil health care through composting or mulching;
- pruning, mowing and plant care timed to optimise plant resilience and reduce resource needs, e.g. maintaining areas of taller, undisturbed grass where access is not required; using higher mower settings; and adjusting mowing frequency according to vegetation growth and site use. The schedule of such activities considers the life cycles of local fauna, avoiding interference during sensitive periods such as nesting or breeding seasons;
- use of locally adapted and drought-resistant plant species. The selection of plant species is flexible and adapted to the specific local context, climate and environmental conditions. It also promotes ecological diversity by including a range of native species, various plant heights and layers (vertical stratification) and ensuring that flowering and fruiting periods are staggered throughout the year to support pollinators and wildlife;
- management of pedestrian and vehicle movement to prevent soil compaction, vegetation loss and erosion in sensitive areas (e.g. using designated footpaths and access routes, limiting vehicle access to marked areas, discouraging off-trail movement with signage or natural barriers). It is recommended to display codes of conduct for sensitive ecosystems (e.g. dunes, mangroves, forests, turtle nesting areas) when such environments are present, preferably referring to official sources such as the UNWTO Responsible Tourist; and/or
- prevention and control of invasive alien species through proper identification, monitoring and proportionate action. Staff responsible for green-area maintenance are trained to recognise invasive alien species, understand their ecological impact and apply suitable control measures. Depending on the species, actions may include preventing spread and containment measures, selective removal or targeted monitoring. Regionally and nationally invasive species lists, databases or official guidance are used to confirm species identification, and legal reporting obligations are followed where applicable.
The criterion applies to both direct employees and to outsourced staff/landscaping companies contracted by the establishment to carry out the maintenance of its green areas.
During the audit, the establishment presents photos or visual evidence of green areas maintenance practices and/or installations (e.g. irrigation system, mulching, native plant beds).
In specific circumstances, the establishment presents:
- a short description or confirmation of how practices are implemented (this can be included in the existing written Standard Operating Procedure (SOP)), where appropriate; and/or
- the contractor’s written policy on the maintenance of green areas on the establishment’s grounds, if an external company carries out maintenance.
During the visual inspection, and where appropriate, the auditor conducts samplings in at least 1 area where efficient and targeted watering methods are used, and in 1 area where additional actions are taken to confirm maintenance practices and vegetation health.
Ο πρόσφατα αγορασμένος εξοπλισμός συντήρησης κήπων είναι ηλεκτρικός ή χειροκίνητος.
Ο συμβατικός εξοπλισμός κήπων που λειτουργεί με καύσιμα συμβάλλει στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, στην ηχορύπανση και στην κακή ποιότητα του αέρα. Αυτό επηρεάζει αρνητικά το περιβάλλον, το προσωπικό, τους επισκέπτες και τις γύρω κοινότητες. Με την επιλογή χειροκίνητου ή ηλεκτρικού εξοπλισμού, οι εγκαταστάσεις μειώνουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας και προωθούν πιο βιώσιμη διαχείριση των χώρων πρασίνου.
Όλος ο εξοπλισμός συντήρησης κήπων (συμπεριλαμβανομένων χλοοκοπτικών, θαμνοκοπτικών, φυσητήρων φύλλων και παρόμοιων μηχανημάτων) που αγοράστηκε κατά τους τελευταίους 24 μήνες (για τους υποψηφίους που επανυποβάλουν αίτηση) ή 6 μήνες (για τους αιτούντες για πρώτη φορά) είναι ενεργειακά αποδοτικός, χαμηλού θορύβου και χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Ο εξοπλισμός μπορεί να είναι χειροκίνητος ή ηλεκτρικός.
Για ρομποτικά χλοοκοπτικά, συνιστάται να μην λειτουργούν τη νύχτα και να χρησιμοποιούνται μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας ή νωρίς το βράδυ, ώστε να ελαχιστοποιείται η όχληση της άγριας ζωής.
Το κριτήριο αυτό είναι Υποχρεωτικό (Υ) για εγκαταστάσεις με έκταση χλοοτάπητα έως 4.000 m²· για μεγαλύτερες εκτάσεις αποτελεί Κατευθυντήρια οδηγία (Κ).
Το κριτήριο αυτό εξακολουθεί να ισχύει όταν η εγκατάσταση αναθέτει σε εξωτερική εταιρεία τη συντήρηση των χώρων πρασίνου της.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει έγγραφα που δείχνουν ότι ο εξοπλισμός συντήρησης κήπων που αγοράστηκε κατά τους τελευταίους 24 ή 6 μήνες (ανάλογα με το έτος πιστοποίησης), είτε από την ίδια είτε από τους εξωτερικούς συνεργάτες, είναι ηλεκτρικός ή χειροκίνητος.
Σε ειδικές περιπτώσεις όπου η συντήρηση πραγματοποιείται από εξωτερική εταιρεία, παρουσιάζεται γραπτή βεβαίωση του εργολάβου ότι η χρήση εξοπλισμού/μηχανημάτων στους χώρους της εγκατάστασης γίνεται σύμφωνα με τις παραπάνω κατευθυντήριες οδηγίες.
Conventional fuel-powered garden equipment contributes to greenhouse gas (GHG) emissions, noise pollution and poor air quality, which negatively affect the environment, staff, guests and surrounding communities. By choosing manual or electric equipment, establishments reduce their carbon footprint, improve working conditions and promote more sustainable management of green areas.
All garden maintenance equipment (including lawnmowers, trimmers, leaf blowers and similar machinery) purchased within the last 24 months (for re-applicants) or 6 months (for first-time applicants) is energy efficient, low in noise and low in carbon emissions. The equipment may be manual or electric.
For robotic lawnmowers, it is strongly recommended that they do not operate at night and run only during daylight or early evening hours to minimise disturbance to wildlife.
This criterion is Imperative (I) for establishments with up to 4,000 m² of lawn/grass area; for larger areas, this is a Guideline (G) criterion.
This criterion remains applicable when the establishment contracts an external company to carry out the maintenance of its green areas.
During the audit, the establishment presents documentation showing that garden maintenance equipment purchased within the last 24 or 6 months (depending on certification year) by the establishment or by third-party contractors is electric or manual.
In specific circumstances, if an external company carries out maintenance, the contractor’s written policy on equipment/machinery uses on the establishment’s grounds following the above guidelines is presented.
Η χρήση αγροχημικών προϊόντων ελαχιστοποιείται και ελέγχεται αυστηρά.
Για τη μείωση των κινδύνων προς τα οικοσυστήματα, τη βιοποικιλότητα και την ανθρώπινη υγεία, η εγκατάσταση περιορίζει τη χρήση αγροχημικών προϊόντων. Προτιμώντας βιολογικά ή φυσικά εναλλακτικά, η εγκατάσταση υποστηρίζει την οικολογική ισορροπία, πιο υγιείς χώρους πρασίνου και πιο υπεύθυνη διαχείριση γης.
Δεν επιτρέπεται η τακτική χρήση αγροχημικών προϊόντων, όπως φυτοφάρμακα (συμπεριλαμβανομένων ζιζανιοκτόνων, εντομοκτόνων, μυκητοκτόνων, τρωκτικοκτόνων, μαλακιοκτόνων, νηματωδοκτόνων, ρυθμιστών ανάπτυξης φυτών, αποφυλλωτικών και αποξηραντικών), λιπασμάτων και ρυθμιστών ανάπτυξης φυτών.
Η εγκατάσταση εφαρμόζει προσέγγιση Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Επιβλαβών Οργανισμών (IPM) ή ισοδύναμο σύστημα, με την ακόλουθη ιεράρχηση:
• δίνεται προτεραιότητα σε προληπτικές και μη χημικές μεθόδους, όπως μηχανικός έλεγχος ζιζανίων, χρήση φλογοβόλων, διαχείριση υγείας εδάφους μέσω κομποστοποίησης κ.λπ.
• εάν απαιτείται παρέμβαση λόγω αναγκαιότητας (π.χ. κίνδυνοι υγιεινής ή ασφάλειας ή συγκεκριμένες ανάγκες γονιμότητας εδάφους), χρησιμοποιούνται βιολογικές ή φυσικές εναλλακτικές επιλογές (π.χ. βιολογικά λιπάσματα, φυσικά βελτιωτικά εδάφους ή απωθητικά παρασίτων εγκεκριμένα σύμφωνα με τα πρότυπα βιολογικής καλλιέργειας)
• μόνο όταν δεν υπάρχουν βιολογικές ή φυσικές εναλλακτικές, επιτρέπεται η χρήση αγροχημικών προϊόντων. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιούνται μόνο προϊόντα «έτοιμα προς χρήση», κατά προτίμηση βραδείας αποδέσμευσης και εφαρμοζόμενα μία φορά ετησίως στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο. Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση γλυφοσάτης και όλων των προϊόντων που καταγράφονται από το Forest Stewardship Council (FSC) ως Εξαιρετικά Επικίνδυνα Φυτοφάρμακα.
Ο χειρισμός αγροχημικών προϊόντων μπορεί να πραγματοποιείται μόνο από προσωπικό ή εξωτερικούς συνεργάτες που έχουν εκπαιδευτεί/αδειοδοτηθεί για τον σκοπό αυτό (βλ. κριτήριο 1.21). Κατά την εφαρμογή, πρέπει να λαμβάνονται όλα τα σχετικά μέτρα ασφάλειας, όπως χρήση ατομικού προστατευτικού εξοπλισμού και χρήση δελτίων δεδομένων ασφαλείας με τις συνιστώμενες δοσολογίες. Πρέπει να τηρείται ετήσιο πρόγραμμα εφαρμογής και γραπτά αρχεία χρήσης του προϊόντος (συμπεριλαμβανομένων των ποσοτήτων που χρησιμοποιούνται). Οι χημικές ουσίες αποθηκεύονται σωστά (βλ. κριτήριο 5.4) και τα άδεια δοχεία απορρίπτονται σύμφωνα με την εθνική/τοπική νομοθεσία.
Συνιστάται η ανάθεση ετήσιου ελέγχου εδάφους σε εξωτερικό ειδικό, για τη διαχείριση λιπασμάτων και την παρακολούθηση της υγείας του εδάφους διαχρονικά.
Το κριτήριο αυτό εφαρμόζεται επίσης όταν η εγκατάσταση αναθέτει σε εξωτερική εταιρεία τη συντήρηση των χώρων πρασίνου της.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει τη γραπτή της προσέγγιση Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Επιβλαβών Οργανισμών ή ισοδύναμο σύστημα, που επιβεβαιώνει ότι τα αγροχημικά προϊόντα χρησιμοποιούνται μόνο λόγω αναγκαιότητας και ως έσχατη λύση όταν δεν υπάρχουν βιολογικές ή φυσικές εναλλακτικές.
Σε ειδικές περιπτώσεις, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• αρχεία εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένων ονόματος προϊόντος, σκοπού, δοσολογίας και συχνότητας, εφόσον χρησιμοποιούνται αγροχημικά
• εάν η συντήρηση γίνεται από εξωτερικό συνεργάτη, έγγραφο του εργολάβου σχετικά με τη χρήση αγροχημικών στους χώρους της εγκατάστασης.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση και όπου είναι εφαρμόσιμο, ο επιθεωρητής εξετάζει δείγμα 3 αρχείων εφαρμογής και τα συγκρίνει με τις παρατηρούμενες πρακτικές για να επιβεβαιώσει ότι τα αγροχημικά χρησιμοποιούνται μόνο όταν είναι απαραίτητα, και ως έσχατη λύση, σύμφωνα με την προσέγγιση Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Επιβλαβών Οργανισμών της εγκατάστασης (μεθοδολογία Γ).
To reduce risks to ecosystems, biodiversity and human health, the establishment restricts the use of agrochemical products. By prioritising organic or natural alternatives, the establishment supports ecological balance, healthier green spaces and more responsible land management.
Routine use of agrochemical products such as pesticides (including herbicides, insecticides, fungicides, rodenticides, molluscicides, nematicides, plant growth regulators, defoliants and desiccants), fertilisers and plant growth regulators is not permitted.
The establishment implements an Integrated Pest Management (IPM) approach or equivalent system, with the following hierarchy:
- preventive and non-chemical methods such as mechanical weed control, gas flames, soil health management through composting, etc., are prioritised;
- if intervention is still required due to cases of clear necessity (e.g. hygiene or safety-related risks, or specific soil fertility needs), organic or natural alternatives are used (e.g. organic fertilisers, natural soil conditioners, or pest repellents approved under organic standards); and
- only when no organic or natural replacements are available, agrochemical products may be applied. In such cases, only “ready-to-use” products are used, preferably with slow release and applied once a year at the minimum possible level. The use of glyphosate and all other products listed by the Forest Stewardship Council (FSC) as Highly Hazardous Pesticides is strictly forbidden.
Handling of agrochemical products can only be done by staff or external contractors trained/licensed for the purpose (see criterion 1.21). All relevant safety measures must be taken, such as the use of personal protective equipment during the application and the use of safety data sheets with recommended dosage. An annual schedule of application and written records of the application of the product (including the quantities used) must be kept. Chemical substances are stored properly (see criterion 5.4) and empty containers are correctly disposed according to the national/local legislation on the matter.
It is strongly recommended to have an external expert conduct annual soil testing for fertiliser management and to monitor soil health over time.
This criterion remains applicable when the establishment contracts an external company to carry out the maintenance of its green areas.
During the audit, the establishment presents its written Integrated Pest Management (IPM) approach or equivalent system, confirming agrochemical products are only applied due to clear necessity, as a last resort when no organic or natural alternatives are available.
In specific circumstances, the establishment presents:
- records of application, including the product name, purpose, dosage and frequency, if agrochemicals are used; and/or
- the contractor’s written policy on agrochemical uses in the establishment’s grounds, if an external company carries out maintenance.
During the visual inspection, and where applicable, the auditor checks a sample of 3 application records against observed practices to confirm that agrochemicals are used only when necessary and as a last resort in line with the establishment’s IPM approach (methodology C).