Η εγκατάσταση επαναχρησιμοποιεί επεξεργασμένα λύματα από συστήματα στον χώρο της ή εξωτερικά εξουσιοδοτημένα συστήματα και μπορεί να παρέχει τα επεξεργασμένα λύματα σε τρίτους.
Η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων συμβάλλει στη μείωση της ζήτησης για πόσιμο νερό και στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της εγκατάστασης. Όταν γίνεται με ασφάλεια, αυτή η πρακτική υποστηρίζει τη διατήρηση των υδάτινων πόρων και την ανθεκτικότητα στο κλίμα, ιδιαίτερα σε περιοχές με έλλειψη νερού.
Η εγκατάσταση επεξεργάζεται και επαναχρησιμοποιεί τα λύματα στον χώρο της, ή χρησιμοποιεί επεξεργασμένα λύματα από εξουσιοδοτημένο εξωτερικό φορέα. Αντίστροφα, οι εγκαταστάσεις με υποδομές επεξεργασίας στον χώρο τους μπορούν να δωρίσουν ή να παρέχουν τα επεξεργασμένα λύματα σε δημοτικό ή εξουσιοδοτημένο τρίτο φορέα σύστημα, επαναχρησιμοποίησης.
Τα επαναχρησιμοποιούμενα λύματα υποβάλλονται σε επεξεργασία και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την εθνική ή περιφερειακή νομοθεσία και τα ισχύοντα πρότυπα δημόσιας υγείας και περιβαλλοντικής ασφάλειας (π.χ. εθνικά πρότυπα επαναχρησιμοποίησης λυμάτων, οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) ή Κανονισμός ΕΕ για την Επαναχρησιμοποίηση Νερού). Χρησιμοποιούνται μόνο για μη πόσιμες χρήσεις, όπως άρδευση χώρων πρασίνου, καζανάκια ή συστήματα ψύξης, και ποτέ για ανθρώπινη κατανάλωση ή άμεση επαφή, συμπεριλαμβανομένης της άρδευσης καλλιεργειών τροφίμων ή βρώσιμων φυτών. Τα μαύρα νερά μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν μόνο εάν η εγκατάσταση διαθέτει την απαιτούμενη άδεια και ακολουθεί τις σχετικές προδιαγραφές επεξεργασίας και παρακολούθησης για τη συγκεκριμένη μη πόσιμη χρήση.
Τα συστήματα σχεδιάζονται και συντηρούνται έτσι ώστε να αποφεύγεται η μόλυνση των δικτύων πόσιμου νερού, η έκθεση σε αερολύματα ή άλλες οδούς μετάδοσης παθογόνων. Γίνεται ασφαλής χειρισμός των επαναχρησιμοποιημένων λυμάτων, χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στον τοπικό πληθυσμό ή το περιβάλλον. Κατά προτίμηση, υπάρχει σαφής σήμανση και διαδικασίες ασφαλείας όπου χρησιμοποιούνται τα επεξεργασμένα λύματα.
Συνιστάται η παρακολούθηση και καταγραφή του όγκου των επαναχρησιμοποιούμενων λυμάτων (π.χ. σε κυβικά μέτρα ανά μήνα, με τη βοήθεια μετρητή νερού).
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει τεχνική τεκμηρίωση ή/και γραπτό πρωτόκολλο που περιγράφει πώς επεξεργάζονται, επαναχρησιμοποιούνται ή/και παρέχονται τα λύματα σε σύστημα τρίτου φορέα. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου απαιτείται νομικά ή είναι διαθέσιμο, η εγκατάσταση παρουσιάζει άδεια ή επίσημο έγγραφο από την αρμόδια αρχή που επιβεβαιώνει ότι η επαναχρησιμοποίηση είναι νόμιμη. Αυτή η τεκμηρίωση είναι υποχρεωτική για οποιαδήποτε επαναχρησιμοποίηση μαύρων νερών. Όπου είναι δυνατόν, μια οπτική επιθεώρηση επιβεβαιώνει ότι το σύστημα επεξεργασμένων λυμάτων χρησιμοποιείται και λειτουργεί με ασφάλεια.
Reusing treated wastewater helps reduce the demand for freshwater resources and minimise the environmental footprint of the establishment. When done safely, this practice supports water conservation and climate resilience, especially in water-scarce regions.
The establishment treats and reuses wastewater on-site or uses treated wastewater from an authorised external utility. Conversely, establishments with on-site treatment facilities may donate or supply treated wastewater to a municipal or authorised third-party reuse system.
The reused wastewater is treated and used in accordance with national or regional regulations and applicable public health and environmental safety standards (e.g. national wastewater reuse standards, WHO guidelines, or the EU Water Reuse Regulation). It is only used for safe, non-potable purposes, such as irrigation of green areas, toilet flushing, or cooling systems, and is never used for human consumption or direct contact, including irrigation of food crops or edible plant gardens. Blackwater may only be reused if the establishment holds the required permit and follows the associated treatment and monitoring conditions for its intended non-potable use.
Systems are designed and maintained to prevent contamination of potable water networks, exposure to aerosols, or other routes of pathogen transmission. The reused water is handled safely, with no adverse effects on the local population or environment. Clear signage and safety procedures are preferably in place where treated wastewater is used.
It is recommended that the reused volume of treated wastewater is monitored and recorded (e.g. in cubic metres per month, with the help of a water meter).
During the audit, the establishment presents technical documentation and/or a written protocol describing how treated wastewater is sourced, treated on-site, reused and/or supplied to a third-party system.
In specific circumstances, where legally required or available, the establishment presents a permit or license from the competent authority confirming that reuse is legally authorised. This documentation is mandatory for any reuse of blackwater.
Where possible, a visual inspection confirms that the treated wastewater system is in use and operated safely.
Τουλάχιστον 1 λιποσυλλέκτης είναι εγκατεστημένος σε επαγγελματικές ή εμπορικές κουζίνες.
Οι λιποσυλλέκτες που λειτουργούν σωστά (γνωστοί και ως αναχαιτιστές/interceptors) συμβάλλουν στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος με την εξοικονόμηση νερού και χημικών και αποτρέπουν το φράξιμο των αποχετεύσεων από λίπη, έλαια και λίγδα (FOG).
Η εγκατάσταση διαθέτει τουλάχιστον 1 λιποσυλλέκτη που εξυπηρετεί όλα τα σχετικά σημεία αποχέτευσης όπου είναι πιθανή η εκροή λιπών, ελαίων και λίγδας, όπως νεροχύτες, πλυντήρια πιάτων ή σιφώνια δαπέδων στις περιοχές παρασκευής τροφίμων. Αυτό ισχύει μόνο για εγκαταστάσεις με επαγγελματική ή εμπορική κουζίνα.
Οι λιποσυλλέκτες αδειάζονται και συντηρούνται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή και την ισχύουσα εθνική ή τοπική νομοθεσία. Καθαρίζονται σε τακτικά διαστήματα για να εξασφαλίζεται η λειτουργικότητα και να αποτρέπονται οσμές ή υπερχείλιση, όπως απαιτείται από τα εθνικά πρότυπα ή με βάση τον όγκο χρήσης. Όπου είναι κατάλληλο, μπορούν να εγκατασταθούν συστήματα ειδοποίησης ή αισθητήρες.
Η διαχείριση των συλλεγόμενων αποβλήτων λιπών, ελαίων και λίγδας γίνεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κριτηρίου 5.4.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει αρχεία ή τιμολόγια καθαρισμού των λιποσυλλεκτών για τα δύο τελευταία πλήρη ημερολογιακά έτη (οι αιτούντες για πρώτη φορά παρουσιάζουν αρχεία από το τελευταίο πλήρες ημερολογιακό έτος).
Όπου είναι δυνατόν, πραγματοποιείται οπτική επιβεβαίωση της παρουσίας σωστά λειτουργούντων λιποσυλλεκτών στους αποχετευτικούς σωλήνες (σιφώνια) της κουζίνας. Επιβεβαιώνεται ότι τα συστήματα είναι επαρκώς διαστασιολογημένα, συντηρούνται τακτικά και λειτουργούν αποτελεσματικά. Η επιθεώρηση μπορεί να περιλαμβάνει τον έλεγχο εξαρτημάτων όπως σφραγίδες, καλύμματα, σωλήνες εισόδου/εξόδου και την ύπαρξη σκουριάς ή υπερβολικών οργανικών αποβλήτων.
Well-functioning grease traps (also known as grease interceptors) contribute to the reduction of the environmental footprint by saving water and chemicals and avoid fat, oil and grease (FOG) from blocking the drains.
The establishment has at least 1 grease trap serving all relevant drainage points where FOG is likely to be discharged, such as sinks, dishwashers, or floor drains in food preparation areas. This applies only to establishments with a professional or commercial kitchen.
Grease traps are emptied and maintained in accordance with manufacturer specifications and applicable national/local regulation. They are cleaned at regular intervals to ensure functionality and prevent odour or overflow (as required by national standards or based on usage volume). Where appropriate, alert systems or sensors may be installed.
The collected FOG waste is handled according to the requirements in criterion 5.4.
During the audit, the establishment presents records or invoices for grease trap cleanings from the full last 2 calendar years (first-time applicants present records from the last full calendar year).
Where possible, a visual inspection confirms the presence of well-functioning grease traps in kitchen drains. It is verified that the systems are adequately sized, regularly maintained and effectively operating. The inspection may include inspection of components such as seals, covers, inlet/outlet pipes, and check for rust or excessive organic waste.
Όλα τα απόβλητα ύδατα υποβάλλονται σε επεξεργασία.
Η σωστή επεξεργασία και ασφαλής εκροή των λυμάτων είναι κρίσιμη για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της εγκατάστασης, την προστασία των υδάτινων σωμάτων και την ασφάλεια των τοπικών κοινοτήτων. Αυτό εξασφαλίζει επίσης τη συμμόρφωση με νομικά και ηθικά πρότυπα διαχείρισης αποχέτευσης και περιβάλλοντος.
Η εγκατάσταση είναι είτε συνδεδεμένη με ένα δημόσιο αποχετευτικό σύστημα είτε διαθέτει το δικό της σύστημα επεξεργασίας λυμάτων στον χώρο της. Τα συστήματα επεξεργασίας στον χώρο περιλαμβάνουν σηπτικά συστήματα (σηπτικούς βόθρους), βιοχωνευτές, τεχνητούς υγρότοπους ή άλλα βιολογικά συστήματα επεξεργασίας.
Το κριτήριο αυτό περιλαμβάνει τα λύματα που παράγονται από δωμάτια επισκεπτών, κουζίνες, μπάνια, πλυντήρια, πισίνες, αίθουσες συνεδριάσεων, θερμικά λουτρά, spa ή εγκαταστάσεις ευεξίας και άλλους χώρους δραστηριοτήτων.
Όλα τα λύματα υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με την εθνική ή/και τοπική νομοθεσία. Εάν δεν υπάρχει νομοθεσία επί του θέματος, τα λύματα υποβάλλονται σε επεξεργασία με την πιο προηγμένη τεχνολογία που είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτή για το πλαίσιο της εγκατάστασης, εξασφαλίζοντας την αφαίρεση βασικών ρύπων (π.χ. Βιοχημικά Απαιτούμενο Οξυγόνο BOD, παθογόνα, αιωρούμενα στερεά) σε επίπεδα που επιτρέπουν ασφαλή επαναχρησιμοποίηση ή απόρριψη, χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στον τοπικό πληθυσμό και στο περιβάλλον.
Εάν η εγκατάσταση είναι συνδεδεμένη με δίκτυο αποχέτευσης, προσκομίζει άδεια, γραπτή βεβαίωση από την αρμόδια αρχή ή άλλο αποδεικτικό σύνδεσης (π.χ. τιμολόγια, συμβάσεις υπηρεσιών, επαλήθευση ελέγχου από ανεξάρτητο φορέα). Εάν ο επιθεωρητής υποψιαστεί παρατυπίες ή απαιτείται από τη νομοθεσία, η εγκατάσταση παρουσιάζει επίσης συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις εκροής λυμάτων.
Εάν η εγκατάσταση χρησιμοποιεί σύστημα στον χώρο της, παρέχει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία νομιμότητας και αποτελεσματικής λειτουργίας, όπως άδεια εγκατάστασης/λειτουργίας σε ισχύ, άδεια ή γραπτή βεβαίωση από την αρμόδια αρχή και αρχεία συντήρησης. Εάν τέτοια άδεια δεν εκδίδεται από καμία αρχή, η εγκατάσταση υποβάλλει πρόσφατα αποτελέσματα δοκιμών νερού (π.χ. BOD, pH, θολότητα) που αποδεικνύουν ότι το σύστημα επεξεργάζεται αποτελεσματικά τα λύματα και σύμφωνα με εθνικά ή διεθνή πρότυπα απόρριψης ή επαναχρησιμοποίησης.
Το κριτήριο αφορά γκρίζα και μαύρα νερά. Τα όμβρια ύδατα εξαιρούνται εκτός αν συλλέγονται και απορρίπτονται μέσω του ίδιου συστήματος λυμάτων.
Μετά την επεξεργασία, τα επεξεργασμένα λύματα επαναχρησιμοποιούνται, όπου είναι δυνατόν (βλέπε κριτήριο 3.17).
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την άδεια, άλλα επαρκή αποδεικτικά έγγραφα και/ή σχετικά αποδεικτικά όπως περιγράφονται παραπάνω, που δείχνουν συμμόρφωση με τις απαιτήσεις επεξεργασίας λυμάτων, εκροής και/ή μεταφοράς στο αποχετευτικό σύστημα. Όπου είναι δυνατόν, μια οπτική επιθεώρηση επιβεβαιώνει συμμόρφωση με τις απαιτήσεις.
Proper treatment and safe discharge of wastewater are critical to reducing the environmental footprint of the establishment, protecting water bodies and safeguarding communities. This also ensures alignment with legal and ethical standards in sanitation and environmental management.
The establishment is either connected to an existing public sewage system or has the wastewater treated in its own sewage system. On-site treatment systems include septic systems, biodigesters, constructed wetlands, or other biological treatment systems.
This criterion includes wastewater generated from guest rooms, kitchens, bathrooms, laundries, swimming pools, meeting rooms, thermal baths, spa or wellness facilities and other operational areas.
All wastewater is treated in accordance with national and/or (possible) local legislation. If there is no legislation on the matter, the wastewater is treated according to the most advanced treatment possible that is technically and economically feasible for the establishment’s context, ensuring removal of key pollutants (e.g. BOD, pathogens, suspended solids) to levels that allow safe reuse or release. i.e. with no adverse effects on the local population and the environment.
If the establishment is connected to a sewage system, it presents a licence, written confirmation from the relevant authority or other proof of connection (e.g. utility invoices, service contracts, third-party verification). If the auditor suspects irregularities or where required by regulation, the establishment also demonstrates compliance with applicable wastewater discharge requirements.
If the establishment uses an on-site system, it provides relevant evidence of legal authorisation and effective operation, such as a valid installation/operating permit, licence or written confirmation from the relevant authority, and maintenance records. If such a licence is not delivered by any authority, the establishment submits recent water quality test results (e.g. BOD, pH, turbidity) demonstrating that the system treats wastewater effectively and in accordance with national or international discharge or reuse standards.
This criterion concerns greywater and blackwater. Stormwater is excluded unless it is collected and discharged through the same wastewater system.
After treatment, the treated wastewater is reused, where possible (see criterion 3.17).
During the audit, the establishment presents the licence, other adequate documentation and/or relevant evidence as described above, showing conformity with the requirements for wastewater treatment, discharge and/or transfer to the sewage system.
Where possible, a visual inspection confirms conformity with the requirements.
Τα κύρια υπαίθρια συστήματα χρήσης νερού διαθέτουν μέτρα για τη μείωση της κατανάλωσης νερού.
Η απώλεια νερού μέσω εξάτμισης αποτελεί σημαντική και συχνά παραβλεπόμενη πηγή σπατάλης σε εκτεθειμένα συστήματα νερού. Η μείωση της εξάτμισης βελτιώνει την αποδοτικότητα εξοικονόμησης νερού και είναι ιδιαίτερα κρίσιμη σε περιοχές με ξηρασία, υψηλές θερμοκρασίες, άνεμο ή υδατικό στρες. Ο αποτελεσματικός έλεγχος εξάτμισης δείχνει υπεύθυνη διαχείριση νερού και συμβάλλει στις προσπάθειες προσαρμογής στο κλίμα.
Η εγκατάσταση διαθέτει μέτρα για τη μείωση της εξάτμισης σε κύρια υπαίθρια συστήματα χρήσης νερού. Τα συστήματα περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, πισίνες, θερμαινόμενες μπανιέρες, μπανιέρες spa, δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού, λιμνούλες, σιντριβάνια ή καταρράκτες.
Για κάθε υπάρχοντα τύπο συστήματος, εφαρμόζεται τουλάχιστον ένα μέτρο μείωσης εξάτμισης, όπως:
α) καλά μονωμένο φυσικό κάλυμμα (χειροκίνητο ή αυτόματο) εκτός ωρών λειτουργίας·
β) εναλλακτικό σύστημα μείωσης εξάτμισης, όπως υγρό ή ζελατινώδες φράγμα·
γ) ανεμοφράκτες, μόνωση ή κατασκευές σκίασης για εκτεθειμένες υδάτινες επιφάνειες· ή/και
δ) σφραγισμένα ή κλειστά συστήματα αποθήκευσης νερού.
Τα επιλεγμένα μέτρα προσαρμόζονται στο τοπικό περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένου του κλίματος, του τύπου του συστήματος και της έκθεσης του συγκεκριμένου χώρου στον ήλιο, άνεμο ή θερμότητα.
Σημείωση για εθνική προσαρμογή: Στο Βέλγιο και την Ολλανδία, αυτό το κριτήριο είναι υποχρεωτικό.
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει την ύπαρξη τουλάχιστον ενός μέτρου ελέγχου εξάτμισης για κάθε τύπο υπάρχοντος συστήματος.
Water loss through evaporation is a significant and often overlooked source of waste in exposed water systems. Reducing evaporation improves water efficiency and is especially critical in areas facing drought, high temperatures and wind, or water stress. Effective evaporation control demonstrates responsible water stewardship and contributes to climate adaptation efforts.
The establishment has measures in place to minimise evaporation in major outdoor water-using systems. The systems include, for example, swimming pools, hot tubs, spa tubs, rainwater storage, ponds, fountains, waterfalls.
For each existing system type, at least 1 evaporation-reduction measure is applied, such as:
- a well-insulated physical cover (manual or automated) used outside of operating hours;
- an alternative system to reduce evaporation, such as a liquid or gel barrier;
- windbreaks, insulation or shading structures for exposed water features; and/or
- sealed or closed water storage systems.
The selected measures are adapted to the local context, including climate, system type and site-specific exposure to sun, wind, or heat. Note on national adaptation: In BE and NL, this criterion is imperative.
Δεν υπάρχουν μπανιέρες, jacuzzi/spa ή ιδιωτικές πισίνες σε κανένα από τα δωμάτια και σουίτες των επισκεπτών.
Οι μπανιέρες, τα jacuzzi, οι spa μπανιέρες και οι ιδιωτικές πισίνες στα δωμάτια επισκεπτών καταναλώνουν συνήθως μεγάλους όγκους νερού ανά χρήση. Μια μόνο μπανιέρα μπορεί να απαιτεί 150–250 λίτρα, ενώ τα jacuzzi/spa ή οι ιδιωτικές πισίνες μπορεί να χρησιμοποιούν σημαντικά μεγαλύτερη ποσότητα. Οι ντουζιέρες εξοικονόμησης νερού χρησιμοποιούν λιγότερο από το μισό αυτής της ποσότητας. Σε τουριστικές εγκαταστάσεις, η αντικατάσταση των μπανιερών, spa και πισινών με ντουζιέρες χαμηλής ροής κατά τη διάρκεια ανακαινίσεων, αποτελεί ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέτρα για μείωση της κατανάλωσης νερού ανά επισκέπτη.
Η εγκατάσταση δεν παρέχει μπανιέρες, jacuzzi/spa ή ιδιωτικές πισίνες σε κανένα από τα δωμάτια ή τις σουίτες των επισκεπτών.
Θεωρείται αποδεκτό η εγκατάσταση να καταστήσει τον υπάρχοντα εξοπλισμό μη λειτουργικό (π.χ. αφαιρώντας τα πώματα ή κλείνοντας την παροχή νερού).
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν λειτουργικές μπανιέρες, jacuzzi/spa ή ιδιωτικές πισίνες σε κανένα δωμάτιο ή σουίτα, ή επαληθεύει ότι δεν είναι δυνατή η κράτηση δωματίου που διαθέτει μπανιέρα, jacuzzi/spa ή ιδιωτική πισίνα.
Bathtubs, jacuzzi, spa tubs and private swimming pools in guest rooms typically consume large volumes of water per use. A single bathtub may require 150–250 litres, while jacuzzi/spa or private pools can use considerably more. Water efficient showers use less than half that amount. In tourism establishments, replacing in-room tubs, spa and pools with low-flow showers during renovations is one of the most effective measures to reduce per-guest water consumption.
Όλες οι κοινόχρηστες βρύσες νιπτήρα διαθέτουν αυτόματα συστήματα διακοπής νερού.
Οι κοινόχρηστες τουαλέτες αποτελούν συχνές πηγές σπατάλης νερού, ιδιαίτερα όταν οι βρύσες αφήνονται κατά λάθος ανοικτές. Η εγκατάσταση βρυσών με αυτόματη διακοπή ροής μειώνει σημαντικά την κατανάλωση νερού ενώ επίσης υποστηρίζει τη δημόσια υγιεινή με χρονομετρημένη ή «χωρίς επαφή» λειτουργία. Αυτό είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό σε μεγάλες εγκαταστάσεις.
Όλες οι δημόσιες βρύσες νιπτήρα είναι εξοπλισμένες με αυτόματα συστήματα διακοπής νερού, όπως βρύσες ενεργοποιούμενες με αισθητήρα ή με πλήκτρο, παρέχοντας μόνο την απαιτούμενη ποσότητα νερού ανά κύκλο πλυσίματος.
Οι βρύσες ρυθμίζονται με κατάλληλα προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα ροής (π.χ. 5–10 δευτερόλεπτα ανά ενεργοποίηση) για εξοικονόμιση νερού χωρίς να επηρεάζεται η λειτουργικότητα. Η εγκατάσταση είναι υπεύθυνη για τακτική συντήρηση, συμπεριλαμβανομένης της αντικατάστασης μπαταριών και της βαθμονόμησης αισθητήρων, για να εξασφαλιστεί η συνεχής λειτουργικότητα και ακρίβεια.
Το κριτήριο δεν εφαρμόζεται σε δωμάτια επισκεπτών, νεροχύτες κουζίνας ή ντους/μπιντέ.
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει την ύπαρξη και λειτουργικότητα των αυτόματων συστημάτων διακοπής νερού στις επιλέξιμες κοινόχρηστες βρύσες.
Public restrooms are frequent sources of water waste, especially when taps are unintentionally left running. Installing automatic water cut-off handwashing taps helps significantly reduce water consumption, while also supporting public hygiene when using timed or touchless operation. This is especially impactful in large venues.
All public area handwashing taps are fitted with automatic water cut-off systems such as sensor-activated or push-button taps, delivering only the amount of water needed per handwashing cycle.
Taps are configured with appropriate preset flow times (e.g. 5–10 seconds per activation) to ensure water efficiency without compromising usability. Establishments are responsible for regular maintenance, including battery replacements and sensor calibration, to ensure continued functionality and accuracy.
This criterion does not apply to private guest rooms, kitchen sinks, or bidet showers.
Η ροή νερού σε όλες τις βρύσες νιπτήρων δεν υπερβαίνει τα 5 λίτρα ανά λεπτό.
Η μείωση της ροής νερού στις βρύσες συμβάλλει στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, εξοικονομώντας νερό σε χώρους συχνής ή λιγότερο συχνής χρήσης. Αποδοτικά στην εξοικονόμηση νερού συστήματα βρυσών παίζουν κρίσιμο ρόλο στην καθημερινή εξοικονόμηση νερού σε χώρους επισκεπτών και προσωπικού.
Η ροή νερού σε όλες τις βρύσες νιπτήρων (συμπεριλαμβανομένων των βρυσών με αισθητήρα) σε δωμάτια επισκεπτών, κοινοχρήστους χώρους και χώρους προσωπικού δεν υπερβαίνει τα 5 λίτρα (ή 1,65 US gallons) ανά λεπτό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ροή νερού στις βρύσες μπορεί να μειωθεί περαιτέρω.
Για να τηρηθεί το κριτήριο, η εγκατάσταση μπορεί είτε να επιλέξει βρύσες με περιορισμένη ροή είτε να εγκαταστήσει συσκευές περιορισμού ροής στη βρύση. Η μειωμένη ροή επιτυγχάνεται συχνά με ανάμειξη νερού και αέρα σε αεροτόρ βρυσών. Μια βραχυπρόθεσμη λύση μπορεί επίσης να είναι η μείωση της πίεσης του νερού στο δίκτυο.
Ορισμένα μοντέλα βρυσών εξοικονόμησης νερού, ιδιαίτερα αυτά με πολύ χαμηλή ροή ή συστήματα με αισθητήρες, μπορεί να απαιτούν πιο συχνό καθάρισμα ή ρύθμιση για τη διατήρηση υγιεινής και λειτουργικότητας, ιδιαίτερα σε περιοχές με υψηλή χρήση. Ενθαρρύνεται η επιλογή από την εγκατάσταση βρυσών με αποδεδειγμένη απόδοση και ευκολία συντήρησης, όταν λαμβάνονται αποφάσεις προμηθειών, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της καθαριότητας και την άνεση των χρηστών.
Για την περαιτέρω υποστήριξη συμπεριφοράς για την εξοικονόμηση νερού, συνιστάται επίσης η χρήση σήμανσης ή συμπεριφορικών ερεθισμάτων κοντά στις βρύσες στα μπάνια των επισκεπτών και τους χώρους του προσωπικού, για την ενθάρρυνση των χρηστών να κλείνουν τη βρύση μετά τη χρήση.
Το κριτήριο αυτό αφορά μόνο βρύσες νιπτήρων και δεν εφαρμόζεται σε βρύσες κουζίνας ή βρύσες σε άλλες υποδομές.
Η εγκατάσταση τηρεί τεκμηριωμένη επισκόπηση του συνολικού αριθμού βρυσών νιπτήρα (συμπεριλαμβανομένων αυτών με αισθητήρες). Πριν τηνεπιθεώρηση, πραγματοποιούνται αυτοελέγχοι για τη ροή νερού στις βρύσες νιπτήρα για να δειχθεί η συμμόρφωση:
• Για αιτούντες πρώτη φορά: πραγματοποιούνται αυτοέλεγχοι σε τουλάχιστον 80% του συνολικού αριθμού των βρυσών νιπτήρα, αποδεικνύοντας ότι αυτές οι βρύσες δεν υπερβαίνουν τα 5 L/min.
• Για υποψήφιους που επανυποβάλουν αίτηση: πραγματοποιούνται αυτοέλεγχοι σε τουλάχιστον 50% των βρυσών της προηγούμενης ομάδας 80%, αποδεικνύοντας ότι συνεχίζουν να μην υπερβαίνουν τα 5 L/min.
Όλες οι μετρήσεις τεκμηριώνονται σε ιχνηλάσιμη μορφή και επικαιροποιούνται τουλάχιστον μία φορά εντός των τελευταίων 6 μηνών πριν την επιθεώρηση.
Σημείωση για εθνικές προσαρμογές: Σε Βέλγιο, Δανία, Μεξικό, Ολλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Σουηδία η μέγιστη ροή είναι 4 λίτρα ανά λεπτό σε όλες τις βρύσες νιπτήρα.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την επισκόπηση αυτοελέγχων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των παραπάνω κριτηρίων. Κατά την οπτική επιθεώρηση, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψίες σε τουλάχιστον 1 κοινόχρηστη περιοχή (lobby/τουαλέτα), 1 γραφείο προσωπικού, και σε δωμάτια επισκεπτών, ακολουθώντας την μεθοδολογία Α όπως περιγράφεται στο Γλωσσάρι, για να ελέγξει την ροή της βρύσης σε κάθε μια από τις περιοχές της λίστας (μεθοδολογία Β).
Reducing tap water flow helps lower the environmental footprint by conserving water in areas of frequent and less frequent use. Efficient tap systems play a critical role in daily water savings across guest and staff spaces.
The water flow in all the handwashing taps (including taps with sensors) in guest rooms, public areas and staff areas does not exceed 5 litres (or 1.65 US gallons) per minute. In some cases, the water flow in the taps could be further reduced.
To conform with the criterion, the establishment can either choose to have taps built with restricted water flow or have water restricting devices installed on the tap. The reduced water flow is often achieved by mixing water with air in tap aerators. A short-term solution can also be to reduce the water pressure in the water distribution system.
Some water-efficient tap models, especially those with very low flow rates or sensor-based systems, may require more frequent cleaning or adjustment to maintain hygiene and usability, particularly in high-traffic areas. Establishments are encouraged to select taps with proven performance and ease of maintenance, and to consider cleaning needs and user comfort when making procurement decisions.
To further support water-saving behaviour, it is recommended that the establishment includes signage or behavioural nudges near taps in guest bathrooms and staff areas, encouraging users to turn off the tap when they are finished.
This criterion applies only to handwashing taps and does not apply to kitchen or utility taps.
The establishment maintains a documented overview of the total number of handwashing taps (taps with sensors are included). Before the audit, the establishment conducts self-checks of handwashing taps water flow to demonstrate conformity. For first-time applicants, self-checks are carried out on at least 80% of the total number of handwashing taps, demonstrating that these taps do not exceed 5 L/min. For re-applicants, self-checks are carried out on at least 50% of the taps that were included in the previous 80% group, demonstrating that they continue to not exceed 5 L/min. All measurements are documented in a traceable format and updated at least once within the last 6 months prior to the audit. Note on national adaptation: In BE, DK, MX, NL, NO, PT, SE, water flow in all the handwashing taps is maximum 4 litres per minute.
During the audit, the establishment presents the overview of self-checks conducted as per the above criterions.
During the visual inspection, the auditor conducts samplings in at least 1 public area (lobby/toilet), 1 staff/back-office, and in guest rooms, following methodology A as described in the glossary, to check the taps’ water flow in each of the listed areas (methodology B).
Το νερό της βροχής ή/και το συμπύκνωμα του κλιματισμού συλλέγεται και χρησιμοποιείται για κατάλληλους σκοπούς.
Η συλλογή και επαναχρησιμοποίηση του νερού της βροχής ή/και του συμπυκνώματος του κλιματισμού, μειώνει την ανάγκη χρήσης πόσιμου νερού και υποστηρίζει τη μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση νερού. Η πρακτική αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και συνίσταται ιδιαίτερα σε περιοχές που πλήττονται από έλλειψη νερού ή υψηλή ζήτηση ψύξης, όπου η μείωση της εξάρτησης από τους πόρους γλυκού νερού είναι κρίσιμη για τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα.
Το νερό της βροχής ή/και το συμπύκνωμα του κλιματισμού συλλέγεται σε δεξαμενές, ντεπόζιτα, ή ανοικτά συστήματα όπως λιμνούλες ή ταμιευτήρες νερού. Το συγκεντρωμένο νερό της βροχής ή το συμπύκνωμα του κλιματισμού χρησιμοποιείται για σκοπούς, όπως:
α) ποτίσματα κήπων και πράσινων χώρων
β) καζανάκια τουαλετών
γ) καθαρισμός οχημάτων, εξωτερικών χώρων ή επιφανειών
δ) συστήματα ψύξης
ε) πλυντήρια ρούχων (όπου επιτρέπεται από εθνικούς ή περιφερειακούς κανονισμούς)
ζ) ανθρώπινη κατανάλωση μετά από κατάλληλη επεξεργασία (όπου επιτρέπεται από εθνικούς ή περιφερειακούς κανονισμούς).
Η συλλογή και χρήση του νερού της βροχής ή/και του συμπυκνώματος κλιματιστικών γίνεται με ασφάλεια, με σωστή συντήρηση και σύμφωνα με τον προβλεπόμενο σκοπό, διασφαλίζοντας ότι δεν επηρεάζονται αρνητικά οι επισκέπτες και το προσωπικό της εγκατάστασης, ο τοπικός πληθυσμός και το περιβάλλον.
Συνιστάται, όπου είναι εφικτό, η εγκατάσταση να τοποθετεί υδρομετρητή για να παρακολουθεί την ποσότητα νερού της βροχής ή/και το συμπύκνωμα των κλιματιστικών που συλλέγεται και χρησιμοποιείται, και να τεκμηριώνει τους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιείται.
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει την ύπαρξη υποδομών για συλλογή νερού της βροχής ή/και συμπυκνώματος κλιματισμού.
Σε ειδικές περιπτώσεις, όπου το συγκεντρωμένο νερό της βροχής ή/και το συμπύκνωμα των κλιματιστικών χρησιμοποιείται για ανθρώπινη κατανάλωση, η εγκατάσταση παρουσιάζει έγγραφα τεκμηρίωσης από την αρμόδια αρχή που επιβεβαιώνουν ότι το νερό πληροί τα ισχύοντα πρότυπα υγείας και ασφάλειας.
Collecting and reusing rainwater and/or AC condensate reduces the demand for potable freshwater and supports long-term water conservation. This practice is especially relevant and strongly encouraged in areas affected by water scarcity or high cooling demand, where reducing dependency on freshwater resources is critical for long-term resilience.
Rainwater and/or AC condensate is collected using tanks, cisterns, or open systems such as ponds or reservoirs. Collected rainwater and/or AC condensate is used for purposes such as:
- irrigation of gardens and green areas;
- toilet flushing;
- cleaning of vehicles, outdoor areas, or surfaces;
- cooling systems;
- laundry (where permitted by national or regional regulations); and/or
- human consumption after proper treatment (where permitted by national or regional regulations).
The collection and use of rainwater and/or AC condensate are carried out safely, with proper maintenance and in accordance with the intended purpose, ensuring no adverse effects on the guests and staff of the establishment, the local population and the environment.
It is recommended that, where feasible, the establishment installs a water meter to track the amount of rainwater and/or AC condensate collected and used, and to document the purposes for which the rainwater and/or AC condensate is used.
During the visual inspection, the auditor confirms the presence of installations for collecting rainwater and/or AC condensate.
In specific circumstances, where the collected rainwater and/or AC condensate is used for human consumption purposes, the establishment presents documentation from the relevant authority confirming that the water complies with applicable health and safety standards.
Έχει πραγματοποιηθεί αξιολόγηση υδατικών κινδύνων κατάλληλη για το τοπικό πλαίσιο και την κλίμακα λειτουργίας εντός των τελευταίων 6 ετών.
Η βιώσιμη διαχείριση νερού απαιτεί κατανόηση των τοπικών κινδύνων που σχετίζονται με το νερό για την εξασφάλιση μακροπρόθεσμης πρόσβασης, ανθεκτικότητας της κοινότητας σε κοινούς πόρους και προστασία του περιβάλλοντος. Μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση υδατικών κινδύνων επιτρέπει στην εγκατάσταση να προβλέπει προκλήσεις (όπως έλλειψη, ρύπανση ή πλημμύρες) και να λαμβάνει προληπτικά, τεκμηριωμένα μέτρα.
Η εγκατάσταση πραγματοποιεί αξιολόγηση υδατικού κινδύνου κατάλληλη για το τοπικό πλαίσιο και την κλίμακα λειτουργίας της. Η αξιολόγηση εντοπίζει πιθανούς κινδύνους σχετικούς με το νερό στον χώρο, οι οποίοι μπορεί να περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε: λειψυδρία ή υδατικό στρες (ιδιαίτερα σε αστικές ή ξηρές περιοχές), ξηρασίες, πλημμύρες, ευπάθεια υποδομών και θέματα ποιότητας νερού όπως ρύπανση ή αλατότητα, κινδύνους από πάγο/χιονόπτωση, καθώς και κινδύνους που επιδεινώνονται από την κλιματική αλλαγή, όπως αυξημένη συχνότητα ακραίων καιρικών φαινομένων ή μεταβολές στα πρότυπα βροχοπτώσεων.
Η αξιολόγηση περιλαμβάνει ανάλυση των τρεχουσών και προβλεπόμενων τοπικών συνθηκών νερού, λαμβάνοντας υπόψη εποχικές διακυμάνσεις, την περιφερειακή διακυβέρνηση νερού και ζήτηση από τις γύρω κοινότητες ή βιομηχανίες, περιοχές κινδύνου πλημμύρας, καθώς και πιθανές πηγές ρύπανσης. Αποτέλεσμα αυτής είναι μια έκθεση που περιγράφει τους εντοπισμένους κινδύνους, το επίπεδο έκθεσης και ευπάθειας και τις προτεινόμενες ενέργειες μετριασμού των επιπτώσεων ή προσαρμογής.
Όπου εντοπίζονται υδατικοί κίνδυνοι στην αξιολόγηση, η εγκατάσταση αναπτύσσει ή προσαρμόζει σχέδιο δράσης λαμβάνοντας υπόψη τις προτεινόμενες ενέργειες, σε συνεργασία με άλλους σχετικούς φορείς (π.χ. τοπικές αρχές, εταιρείες ύδρευσης, κοινοτικές ομάδες, κ.λπ.). Τα ευρήματα επηρεάζουν αποφάσεις για προμήθεια νερού, επενδύσεις υποδομών, ετοιμότητα έκτακτης ανάγκης και προσπάθειες προστασίας φυσικών πόρων για εξοικονόμηση νερού.
Η αξιολόγηση πραγματοποιείται από αρμόδια και κατάλληλη αρχή ή εξωτερική εταιρεία (π.χ. πιστοποιημένη συμβουλευτική ή τοπική αρχή νερού) ή εσωτερικά από την εγκατάσταση, αν διαθέτει κατάλληλη τεκμηριωμένη τεχνογνωσία και μεθοδολογία (π.χ. εκτελείται από τον εκπρόσωπο Green Key της εγκατάστασης, μηχανικό ή αντίστοιχο εκπαιδευμένο προσωπικό, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία WWF Water Risk Filter, WRI Aqueduct Water Risk Atlas, CEO Water Mandate, ISO 14046:2014 ή/και εθνικές/περιφερειακές αξιολογήσεις).
Όπου είναι εφαρμόσιμο, η αξιολόγηση μπορεί να αναφέρεται σε υπάρχοντα εθνικά ή περιφερειακά πλαίσια (π.χ. αξιολογήσεις κινδύνου πόσιμου νερού που απαιτούνται από ισχύοντες κανονισμούς). Σε αστικές περιοχές όπου οι κίνδυνοι παροχής και ποιότητας νερού διαχειρίζονται από δημόσιους φορείς, επίσημα δεδομένα ή εκθέσεις της τοπικής αρχής διαχείρισης νερού μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για την αξιολόγηση.
Η αξιολόγηση αναθεωρείται και επικαιροποιείται τουλάχιστον κάθε 6 έτη ή νωρίτερα αν υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στο τοπικό πλαίσιο, τη διαθεσιμότητα νερού ή τις λειτουργίες του χώρου.
Τα δεδομένα που συλλέγονται στο πλαίσιο αυτού του κριτηρίου μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βασικά δεδομένα για την υποστήριξη των στόχων βιωσιμότητας της εγκατάστασης στο πλαίσιο των κριτηρίων 1.2 και 1.3.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την τελευταία αξιολόγηση υδατικού κινδύνου.
Σε ειδικές περιπτώσεις, όπου έχουν εντοπιστεί κίνδυνοι, η εγκατάσταση παρουσιάζει τεκμηρίωση που δείχνει πώς αντιμετωπίστηκαν τα ευρήματα (π.χ. σχέδιο δράσης που αναπτύχθηκε λόγω αναγνωρισμένων κινδύνων).
Sustainable water management requires an understanding of local water-related risks to ensure long-term access, community resilience around shared resource and environmental protection. A comprehensive water risk assessment enables the establishment to anticipate challenges (such as scarcity, contamination, or flooding) and to take proactive, evidence-based actions.
The establishment carries out a water risk assessment appropriate to its local context and operational scale. The assessment identifies potential water-related risks on the premises, which may include, but are not limited to: water scarcity or stress (particularly relevant in urban or arid areas), droughts, flooding, infrastructure vulnerability and water quality issues such as contamination or salinity, ice/snow-related risks, as well as risks exacerbated by climate change, such as increased frequency of extreme weather events or shifting rainfall patterns.
The water risk assessment includes an analysis of both current and projected local water conditions, taking into account seasonal variations, regional water governance and demand from surrounding communities or industries, areas at risk of flooding, as well as potential sources of contamination. It results in a report outlining identified risks, the level of exposure and vulnerability and recommended mitigation or adaptation action.
If water-related risks are identified in the assessment, the establishment develops or adapts a response plan taking the recommended actions into consideration, in cooperation with other relevant stakeholders (e.g. local authorities, water utilities, community groups, etc.). The findings inform decisions on water sourcing, infrastructure investments, emergency preparedness and conservation efforts.
The assessment is carried out by a relevant and suitable authority or external company (such as a certified consultancy or local water authority), or internally by the establishment if the appropriate expertise and methodology are available and documented (e.g. conducted by the Green Key Establishment Representative, engineer, or equivalent training, using WWF’s Water Risk Filter, WRI Aqueduct Water Risk Atlas, CEO Water Mandate, ISO 14046:2014 and/or eventual national/regional assessments).
Where applicable, the assessment may reference existing national or regional frameworks (e.g. drinking-water risk assessments required by applicable regulations). In urban areas where water supply and quality risks are managed by public utilities, official data or reports from the local water authority may serve as the basis for the assessment.
The assessment is reviewed and updated at least once every 6 years or sooner if there are major changes in the local context, water availability, or site operations.
The data collected under this criterion may be used as baseline data to support the establishment’s sustainability targets under criterion 1.2 and criterion 1.3.
Εγκαθίστανται ξεχωριστοί υδρομετρητές σε χώρους υψηλής κατανάλωσης νερού.
Για την καλύτερη παρακολούθηση της κατανάλωσης νερού στα διάφορα τμήματα της εγκατάστασης και την υποστήριξη ουσιαστικών στόχων μείωσης νερού, απαιτείται πιο λεπτομερής παρακολούθηση, ιδιαίτερα σε χώρους υψηλής ζήτησης νερού. Η επί μέρους μέτρηση παρέχει κρίσιμα δεδομένα για την ανίχνευση αναποτελεσματικοτήτων, την εντόπιση διαρροών και την προτεραιοποίηση δράσεων.
Η εγκατάσταση τοποθετεί τουλάχιστον 2 επιπλέον ξεχωριστούς υδρομετρητές (ή συσκευές με παρόμοια λειτουργία σε αξιοποιήσιμη κλίμακα, π.χ. έξυπνες κεφαλές ντους που καταγράφουν κατανάλωση), σε χώρους υψηλής κατανάλωσης νερού ή όπου η επί μέρους μέτρηση υποστηρίζει ουσιαστικούς στόχους μείωσης κατανάλωσης νερού. Σε μεγάλη εγκατάσταση με πολλούς χώρους επισκεπτών και συνεδρίων, μπορούν να τοποθετηθούν ξεχωριστοί υδρομετρητές για διαφορετικά τμήματα ή ακόμα και ανά δωμάτιο της εγκατάστασης.
Όταν έχουν τοποθετηθεί περισσότεροι υδρομετρητές, η κατανάλωση κάθε υδρομετρητή καταγράφεται συστηματικά. Ιδανικά, η κατανάλωση νερού από τους διάφορους μετρητές καταγράφεται συχνότερα από μία φορά το μήνα, ώστε να παρέχονται πιο λεπτομερείς πληροφορίες.
Τα δεδομένα επί μέρους μέτρησης εντάσσονται στο συνολικό σύστημα παρακολούθησης νερού (κριτήριο 3.1) για να βοηθήσουν την ολοκληρωμένη ανάλυση. Η παροχή ακριβέστερων πληροφοριών για τη χρήση νερού μέσω επιπλέον ξεχωριστών υδρομετρητών επιτρέπει στην εγκατάσταση να θέτει καλύτερους στόχους μείωσης κατανάλωσης νερού. Τα δεδομένα παρακολούθησης νερού που συλλέγονται στο πλαίσιο αυτού του κριτηρίου μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως βασικά δεδομένα για την υποστήριξη των στόχων βιωσιμότητας της εγκατάστασης στο πλαίσιο του κριτηρίου 1.2.
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει την παρουσία επί μέρους μέτρησης και τη μεθοδολογία παρακολούθησης της κατανάλωσης.
To better trace water consumption from the different parts of the establishment and support meaningful water reduction goals, more detailed monitoring is required, particularly in areas with high water demand. Sub-metering provides critical data that can be used to identify inefficiencies, locate leaks and prioritise actions.
The establishment installs at least 2 additional separate water metres (or devices with similar functionality deployed on a meaningful scale, such as smart showerheads that record consumption), in areas with a high-water consumption or where sub-metering supports meaningful water consumption reduction goals. If the establishment is large with many guest and meeting rooms, separate water metres for different parts (or each room) of the establishment could be installed.
With more water metres installed, the consumption at each water meter is obtained and recorded. Ideally, water consumption from the different metres is recorded more frequently than once a month, as this will produce more detailed information.
Sub-meter data are integrated into the overall water tracking system (criterion 3.1) to support comprehensive analysis. Providing more accurate information about water use through additional separate water metres enables the establishment to prepare better targets for the reduction of water consumption. The water tracking data collected under this criterion mays also be used as baseline data to support the establishment’s sustainability targets under criterion 1.2.