Χρησιμοποιούνται βιώσιμα υλικά για εργασίες ανακαίνισης ή κατασκευής που ξεκίνησαν ή/και ολοκληρώθηκαν κατά τους τελευταίους 24 μήνες.
Οι εργασίες ανακαίνισης και κατασκευής στον τομέα της φιλοξενίας μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το περιβάλλον μέσω της επιλογής δομικών υλικών, τα οποία επηρεάζουν την κατανάλωση ενέργειας, τις εκπομπές, τα απόβλητα και την ποιότητα του εσωτερικού αέρα. Προτιμώντας βιώσιμα, και ανθεκτικά υλικά, χαμηλού περιβαλλοντικού αντίκτυπου, οι εγκαταστάσεις μειώνουν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα, προστατεύουν την ανθρώπινη υγεία και προάγουν πιο υπεύθυνη χρήση πόρων.
Για εργασίες ανακαίνισης ή κατασκευής που πραγματοποιήθηκαν κατά τους τελευταίους 24 μήνες (για τους υποψηφίους που επανυποβάλουν αίτηση) ή 6 μήνες (για τους αιτούντες για πρώτη φορά), η εγκατάσταση αποδεικνύει τη χρήση βιώσιμων δομικών υλικών και υλικών φινιρίσματος.
Η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι τουλάχιστον 2 τύποι υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στις εργασίες (π.χ. χρώματα/επικαλύψεις/βερνίκια, ξύλο και φυτικά υλικά, δάπεδα, μονώσεις, συγκολλητικά/στεγανωτικά, άλλα σχετικά υλικά) πληρούν τις απαιτήσεις βιώσιμων προϊόντων που αναφέρονται παρακάτω. Αυτό εφαρμόζεται σε χρώματα, επιστρώσεις, βερνίκια, ξύλο, δάπεδα, μονώσεις, συγκολλητικά, στεγανωτικά και άλλα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στα έργα.
Αποδεκτά βιώσιμα προϊόντα περιλαμβάνουν:
α) χρώματα και επιστρώσεις που φέρουν εθνικά ή διεθνώς αναγνωρισμένα οικολογικά σήματα ή/και πιστοποιημένες χαμηλές εκπομπές Πτητικών Οργανικών Ενώσεων, χωρίς βαρέα μέταλλα
β) ξύλινα και φυτικής προέλευσης υλικά, που φέρουν αναγνωρισμένες πιστοποιήσεις, οι οποίες διασφαλίζουν βιώσιμες πρακτικές συγκομιδής και, όπου είναι εφικτό, τοπικής προέλευσης
γ) δάπεδα, μονωτικά υλικά, συγκολλητικά, στεγανωτικά και άλλα προϊόντα κατασκευής/ανακαίνισης με αναγνωρισμένα οικολογικά σήματα, χαμηλές χημικές εκπομπές ή ανακυκλωμένο περιεχόμενο.
Τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται συμμορφώνονται με την εθνική νομοθεσία. Η επιλογή τους βασίζεται στη μείωση των κινδύνων για την υγεία των επισκεπτών και των εργαζομένων, και στη μείωση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.
Συνιστάται, όπου είναι ασφαλές και κατάλληλο για χρήση, και όπου μπορούν να εκτιμηθούν οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, να δίνεται προτεραιότητα σε μεταχειρισμένα ή ανακυκλωμένα υλικά, για τη μείωση της χρήσης πόρων και αποβλήτων. Ωστόσο, ορισμένα υλικά (π.χ. μονωτικά, πυρανθεκτικά προϊόντα) ενδέχεται να μην είναι κατάλληλα για επαναχρησιμοποίηση ή ανακύκλωση, λόγω απαιτήσεων ασφάλειας ή απόδοσης.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• κατάλογο των βιώσιμων υλικών που αγοράστηκαν/χρησιμοποιήθηκαν για τους 2 επιλεγμένους τύπους υλικών κατά τους τελευταίους 24 ή 6 μήνες (ανάλογα με το έτος πιστοποίησης)
• έγγραφα για τα υλικά αυτά (π.χ. τιμολόγια, τεχνικές προδιαγραφές, ή πιστοποιητικά) στα οποία φαίνονται οικολογικά σήματα, πιστοποιήσεις ή άλλα επαληθευμένα χαρακτηριστικά χαμηλού περιβαλλοντικού αντίκτυπου, όπως αναφέρονται παραπάνω.
Όπου είναι εφικτό, η επιτόπια επιθεώρηση επιβεβαιώνει την χρήση προϊόντων με οικολογική σήμανση ή πιστοποίηση βιωσιμότητας.
Refurbishment and construction work in hospitality can significantly affect the environment through the choice of building materials, which impact energy use, emissions, waste, and indoor air quality. By prioritising sustainable, low-impact, and durable materials, establishments reduce environmental harm, protect human health, and promote more responsible resource use.
For refurbishment or construction carried out during the past 24 months (for re-applicants) or 6 months (for first-time applicants), the establishment demonstrates the use of sustainable building and finishing materials. The establishment ensures that at least 2 types of materials used in the works (e.g. paints/coatings/varnishes; wood and plant-based materials; flooring; insulation; adhesives/sealants; other relevant materials) meet the sustainable product requirements below. This applies to paints, coatings, varnishes, wood, flooring, insulation, adhesives, sealants, and other products used in the works.
Accepted sustainable products include:
- paints and coatings carrying nationally or internationally recognised eco-labels and/or verified low VOC emissions, free from heavy metals;
- wood and plant-based materials carrying recognised certifications, ensuring sustainable harvesting practices and, where feasible, local sourcing; and/or
- flooring, insulation, adhesives, sealants, and other construction/refurbishment products with recognised eco-labels, low chemical emissions, or recycled content.
Products used comply with national legislation, and selection should be based on minimising health risks to occupants and workers while reducing environmental harm.
It is recommended, where safe, fit-for-purpose and where long-term impacts can be reasonably assessed, to prioritise second-hand or recycled materials to reduce resource use and waste. However, some materials (e.g. insulation, fire-retardant products) may not be suitable for reuse or recycling due to safety or performance requirements.
During the audit, the establishment presents:
- a list of the sustainable materials purchased/used for the 2 selected material types during the past 24 or 6 months (depending on certification year); and
- documentation for these materials (e.g. invoices, product specifications, or certificates) showing eco-labels, certifications, or other verified low-impact attributes as listed above.
Where appropriate, a visual inspection confirms eco-labelled or certified sustainable products.
Οι επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και το περιβάλλον αξιολογούνται και αντιμετωπίζονται πριν από οποιαδήποτε νέα ανάπτυξη, επέκταση ή σημαντικό κατασκευαστικό/ανακαινιστικό έργο.
Για την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της χρήσης γης και την υποστήριξη της βιοποικιλότητας, των υγιών εδαφών και των φυσικών κύκλων νερού, η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι τόσο οι νέες κατασκευές, όσο και τα έργα ανακαίνισης, σχεδιάζονται και υλοποιούνται, λαμβάνοντας υπόψη τα τοπικά οικοσυστήματα, την οικολογική συνέχεια (αρχές πράσινων, μπλε και καφέ υποδομών, όπου αναγνωρίζεται ο ρόλος της διαφύλαξης της εδαφικής συνέχειας στη διατήρηση της βιοποικιλότητας) και τη συνολική περιβαλλοντική υγεία.
Πριν από οποιαδήποτε νέα ανάπτυξη, επέκταση ή σημαντικό κατασκευαστικό/ανακαινιστικό έργο, η εγκατάσταση αποδεικνύει πώς έχουν αξιολογηθεί και αντιμετωπιστεί οι πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, και οι επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα.
Αυτό συνήθως λαμβάνει τη μορφή οικολογικής αξιολόγησης (π.χ. μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, μελέτη βιοποικιλότητας ή ισοδύναμο), όπως απαιτείται από τις εθνικές ή περιφερειακές αρχές. Σε αυτή την περίπτωση, η εγκατάσταση ακολουθεί τη σχετική διαδικασία και τηρεί έγγραφα τεκμηρίωσης.
Όπου τέτοιες αξιολογήσεις δεν απαιτούνται από τις αρχές ή δεν καλύπτουν ρητά τη βιοποικιλότητα, η εγκατάσταση αποδεικνύει πώς λήφθηκαν υπόψη οι επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα (π.χ. διατηρώντας τις περιοχές με βλάστηση, αποφεύγοντας την πρόκληση βλαβών σε τοπικά είδη και οικοτόπους, διατηρώντας τους υφιστάμενους οικολογικούς διαδρόμους στο χώρο κ.λπ.), στο έδαφος και στον υδρολογικό κύκλο. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει διαβούλευση με σχετικούς ειδικούς (π.χ. διαχειριστές προστατευόμενων περιοχών, περιβαλλοντικές αρχές/ΜΚΟ ή πιστοποιημένους συμβούλους) ή χρήση δημόσια διαθέσιμων χαρτών βιοποικιλότητας, μητρώων ειδών ή εργαλείων χωροταξικού σχεδιασμού.
Για όλα τα έργα, η εγκατάσταση δίνει προτεραιότητα στη χρήση διαπερατών ή μη στεγανοποιημένων επιφανειών (π.χ. χαλίκι, διαπερατό/πορώδες δάπεδο, φυτεμένη εδαφοκάλυψη). Οι στεγανοποιημένες επιφάνειες (π.χ. άσφαλτος, σκυρόδεμα) αποφεύγονται όπου είναι εφικτό. Εάν η χρήση τους δικαιολογείται για τεχνικούς ή λόγους ασφάλειας, εφαρμόζονται αντισταθμιστικά μέτρα, όπως κήποι βροχής, ζώνες διήθησης ή φυτεμένες ζώνες προστασίας.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει τεκμηρίωση της οικολογικής αξιολόγησης ή ισοδύναμης διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε από την ίδια, ή από εξωτερικούς ειδικούς για νέα ανάπτυξη, επέκταση ή σημαντικά έργα κατασκευής/ανακαίνισης.
Σε ειδικές περιπτώσεις, όπου υπάρχουν στεγανοποιημένες επιφάνειες, η επιτόπια οπτική επιθεώρηση επιβεβαιώνει ότι αυτές δικαιολογούνται για τεχνικούς λόγους ή λόγους ασφάλειας, και ότι έχουν εφαρμοστεί αντισταθμιστικά μέτρα (π.χ. κήποι βροχής, ζώνες διήθησης, φυτεμένες προστατευτικές ζώνες βλάστησης).
To minimise the environmental impact of land use and support biodiversity, healthy soils and natural water cycles, the establishment ensures that both new developments and renovation projects are planned and implemented with consideration for local ecosystems, ecological continuity (principles of green, blue and brown infrastructure, where soil continuity is recognised for its role in maintaining biodiversity) and environmental health.
Prior to any new development, expansion, or major construction/renovation work, the establishment demonstrates how potential environmental and biodiversity impacts have been assessed and addressed.
This usually takes the form of an ecological assessment (e.g. environmental impact assessment, biodiversity study, or equivalent) required by national or regional authorities. In that case, the establishment follows that process and retains documentation. Where such assessments are not required by authorities or do not explicitly address biodiversity, the establishment documents how biodiversity (e.g. preserving vegetated areas, avoiding harm to local species and habitats and maintaining existing ecological corridors on the site, etc.), soil, and water cycle impacts were considered. This may include consultation with relevant experts (e.g. protected area managers, environmental agencies/NGOs, or certified consultants) or the use of publicly available biodiversity maps, species registries, or planning tools.
For all projects, the establishment prioritises the use of permeable or unsealed surfaces (e.g. gravel, permeable paving, vegetated ground cover). Sealed surfaces (e.g. asphalt, concrete) are avoided where feasible. If their use is justified due to technical or safety reasons, compensatory measures such as rain gardens, infiltration zones, or vegetated buffer zones are implemented.
During the audit, the establishment presents documentation of the ecological assessment or equivalent process carried out by the establishment/external experts for new development, expansion, or major construction/renovation work.
In specific circumstances, where sealed surfaces are present, a visual inspection confirms that they are justified for technical or safety reasons and that compensatory measures (e.g. rain gardens, infiltration zones, vegetated buffers) are in place.
Αυθεντικά στοιχεία της τοπικής κουλτούρας ενσωματώνονται στη λειτουργία ή κατά την ανακαίνιση ή κατασκευή.
Για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και την υποστήριξη της κοινωνικής βιωσιμότητας, η εγκατάσταση ενσωματώνει αυθεντικά τοπικά υλικά, παραδόσεις και γνώσεις στις λειτουργίες της ή στις φυσικές της δομές. Αυτό ενισχύει την ταυτότητα της κοινότητας, σέβεται την τοπική κληρονομιά και διασφαλίζει ότι η ανάπτυξη ενισχύει, αντί να αποδυναμώνει τον πολιτιστικό ιστό του προορισμού.
Η εγκατάσταση ενσωματώνει κατάλληλες και βιώσιμες τοπικές πρακτικές και υλικά στη λειτουργία της ή κατά την ανακαίνιση ή κατασκευή. Έμφαση δίνεται στον σεβασμό και στην ενσωμάτωση αυθεντικών στοιχείων της παραδοσιακής ή σύγχρονης τοπικής κουλτούρας, της κοινωνικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς, της τοπικής χειροτεχνίας, της καλλιτεχνικής έκφρασης, και των σχεδιαστικών παραδόσεων που είναι χαρακτηριστικές της περιοχής.
Τόσο τα απτά στοιχεία (π.χ. υλικά, μέθοδοι κατασκευής) όσο και τα άυλα στοιχεία (π.χ. παραδοσιακή γνώση, πολιτιστική έκφραση) της κληρονομιάς είναι σημαντικά. Πρέπει να τηρείται η περιβαλλοντική βιωσιμότητα των εργασιών ανακαίνισης ή κατασκευής, χωρίς να χάνονται τα οφέλη που προκύπτουν για την πολιτιστική και κοινωνική κληρονομιά.
Η εγκατάσταση ενθαρρύνεται να συνεργάζεται και να αξιοποιεί την τοπική εκπαίδευση, γνώση και τεχνογνωσία, σχετικά με τη χρήση υλικών, τεχνολογιών και εργαλείων για βιώσιμες ανακαινίσεις ή κατασκευές. Όταν χρησιμοποιούνται πολιτιστικά στοιχεία, η εγκατάσταση ζητά επιβεβαίωση από τους αρμόδιους τοπικούς φορείς ή εμπειρογνώμονες ότι η χρήση αυτή είναι κατάλληλη και γίνεται με σεβασμό. Η εγκατάσταση συμμορφώνεται πάντα με την εθνική και τοπική νομοθεσία και κανονισμούς σχετικά με ανακαινίσεις ή την κατασκευή νέων κτιρίων.
Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη η ανθεκτικότητα των υλικών και των κατασκευαστικών έργων, διασφαλίζοντας ότι οι πρακτικές δεν σέβονται μόνο την κληρονομιά, αλλά ενισχύουν και την ανθεκτικότητα και την μακροχρόνια βιωσιμότητα. Ωστόσο, το συγκεκριμένο κριτήριο εστιάζει στις πολιτιστικές και κοινωνικές πτυχές βιωσιμότητας της φυσικής παρουσίας και των λειτουργικών πρακτικών της εγκατάστασης, ενώ η περιβαλλοντική βιωσιμότητα (π.χ. ενεργειακή απόδοση, εξοικονόμηση νερού) καλύπτεται ξεχωριστά.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• αποδεικτικά της συνάφειας των χρησιμοποιούμενων υλικών ή πρακτικών με την τοπική κουλτούρα και την κοινωνική ή πολιτιστική κληρονομιά
• αναφορές σε συνεργασία ή συζήτηση με τοπικούς ειδικούς, τεχνίτες, πολιτιστικούς οργανισμούς ή κοινοτικές ομάδες, όπου είναι εφαρμόσιμο
• φωτογραφίες, σχέδια, περιγραφές προμηθευτών ή γραπτές δηλώσεις που δείχνουν πώς η τοπική πολιτιστική κληρονομιά ή γνώση ενσωματώθηκε στη λειτουργία, τις ανακαινίσεις ή τα κατασκευαστικά έργα
• σύντομη δήλωση (π.χ. από την εγκατάσταση ή τους ειδικούς) που επιβεβαιώνει ότι τα πολιτιστικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν με κατάλληλο τρόπο και σεβασμό.
To safeguard cultural heritage and support social sustainability, the establishment integrates authentic local materials, traditions and knowledge into its operations or physical structures. This strengthens community identity, respects local heritage and ensures that development enhances rather than erodes the cultural fabric of the destination.
The establishment incorporates locally appropriate and sustainable practices and materials in its operations or in connection with refurbishments or construction works. The focus lies on respecting and integrating authentic aspects of traditional or contemporary local culture, social or cultural heritage, local craftsmanship, artistic expression, or regionally relevant design traditions.
Both tangible (e.g. materials, construction methods) and intangible (e.g. traditional knowledge, cultural expressions) heritage are valued, with special attention to balancing the environmental sustainability of refurbishment or construction works with the cultural and social heritage benefits.
The establishment is encouraged to involve and utilise local education, knowledge and expertise in relation to the use of materials, technologies and tools for sustainable refurbishment or construction. Where cultural expressions are used, the establishment seeks confirmation from appropriate local organisations or experts that the use is appropriate and respectful. The establishment always complies with national and local legislation and regulations in connection with refurbishment or construction of new buildings.
The resilience of materials and construction works is also considered, ensuring that practices not only respect heritage but also enhance durability and long-term sustainability. However, this criterion focuses on the cultural and social sustainability aspects of the establishment’s physical presence and operational practices, and environmental sustainability (e.g. energy efficiency, water conservation) is covered separately.
During the audit, the establishment presents:
- evidence of the relevance of the used material or practices for the local culture, social or cultural heritage;
- references to cooperation or consultation with local experts, craftspeople, cultural organisations, or community groups, where applicable;
- photos, design plans, supplier descriptions, or written statements showing how local cultural heritage or knowledge was incorporated into operations, refurbishments, or construction works; and
- a brief statement (e.g. from the establishment or consulted experts) confirming that cultural elements were used appropriately and respectfully.
Η ποιότητα του εσωτερικού αέρα σε τουλάχιστον 2 τμήματα της εγκατάστασης ελέγχεται τουλάχιστον μία φορά ετησίως.
Η ποιότητα του εσωτερικού αέρα επηρεάζει άμεσα την υγεία, την άνεση και την ευημερία του προσωπικού και των επισκεπτών. Η τακτική παρακολούθηση βοηθά στον έγκαιρο εντοπισμό ρύπων και προβλημάτων εξαερισμού, διασφαλίζοντας ένα ασφαλές και υγιές εσωτερικό περιβάλλον, ενώ παράλληλα αποτρέπει μακροχρόνιους κινδύνους, όπως αναπνευστικά προβλήματα, ανάπτυξη μούχλας ή έκθεση σε χημικές ουσίες.
Η ποιότητα του εσωτερικού αέρα στην εγκατάσταση παρακολουθείται τακτικά (συμπεριλαμβανομένων των χώρων σπα, των πισινών και των υπόγειων τεχνικών χώρων). Τοποθετείται σύστημα τακτικής παρακολούθησης (παρακολούθηση τουλάχιστον μία φορά ετησίως) σε τουλάχιστον 2 τμήματα της εγκατάστασης. Η επιλογή των περιοχών ελέγχου λαμβάνει υπόψη εκείνες, που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο έκθεσης σε κακή ποιότητα αέρα.
Οι ελεγχόμενες παράμετροι, περιλαμβάνουν τουλάχιστον 3 από την ακόλουθη λίστα, ανάλογα με το τοπικό πλαίσιο και τους εντοπισμένους κινδύνους:
α) τον αριθμό εναλλαγών αέρα ανά ώρα
β) τη θερμοκρασία και τη σχετική υγρασία, για την αποτροπή ανάπτυξης μούχλας
γ) το διοξείδιο του άνθρακα (CO₂)
δ) τις Πτητικές Οργανικές Ενώσεις, οι οποίες είναι συνηθισμένες εκπομπές από έπιπλα, εξοπλισμό και εγκαταστάσεις, καθαριστικά προϊόντα, αποσμητικά χώρου και συνθετικά αρώματα
ε) τα αιωρούμενα σωματίδια (PM₂.₅ ή PM₁₀) από αερομεταφερόμενη σκόνη, καπνό ή εξωτερική ρύπανση
ζ) το ραδόνιο, ιδιαίτερα σε υπόγειους χώρους (ανάλογα με την τοπική γεωλογία και τους κανονισμούς)
η) τα οξείδια του αζώτου (NOx), κυρίως σε κουζίνες, χώρους στάθμευσης ή περιοχές κοντά σε κυκλοφορία οχημάτων.
Τηρούνται οι τοπικές και εθνικές νομοθεσίες/κανονισμοί και οι τιμές δεν υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται από σχετικά εθνικά ή διεθνή πρότυπα (π.χ. Κατευθυντήριες Οδηγίες Ποιότητας Αέρα του ΠΟΥ, εθνικά όρια επαγγελματικής ασφάλειας).
Εάν οι τιμές υπερβούν το όριο, λαμβάνονται υπεύθυνες δράσεις, δίνοντας προτεραιότητα σε ενεργειακά αποδοτικές λύσεις χαμηλού περιβαλλοντικού αντίκτυπου (π.χ. αερισμός των χώρων με άνοιγμα παραθύρων σε τακτική βάση, ρύθμιση του συστήματος εξαερισμού, τοποθέτηση καθαριστών αέρα ή συστημάτων απολύμανσης, χρήση φυτών που βελτιώνουν την ποιότητα του αέρα όπου είναι κατάλληλο κ.λπ.).
Κατά την αντικατάσταση επίπλων, υποδομών και εξοπλισμού, προτιμώνται επιλογές χαμηλών εκπομπών, ωστόσο πρέπει να αποφεύγεται η αντικατάσταση πριν το τέλος του κύκλου ζωής τους. Για αναλώσιμα προϊόντα όπως απορρυπαντικά και αποσμητικά χώρου, συνιστάται η μετάβαση σε επιλογές χαμηλών Πτητικών Οργανικών Ενώσεων ή επιλογές προϊόντων χωρίς αρώματα, κατά την αναπλήρωση αποθεμάτων.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει τεκμηρίωση που αποδεικνύει τα αποτελέσματα της παρακολούθησης της ποιότητας του εσωτερικού αέρα.
Σε ειδικές περιπτώσεις, όπου οι τιμές έχουν υπερβεί το όριο, παρουσιάζονται διορθωτικές ενέργειες που έχουν ληφθεί.
Indoor air quality directly affects the health, comfort, and well-being of staff and guests. Regular monitoring helps identify pollutants and ventilation issues early, ensuring a safe and healthy indoor environment while preventing long-term risks such as respiratory problems, mould growth, or chemical exposure.
The indoor air quality in the establishment is regularly monitored (including in spa areas, swimming pools and underground technical spaces). A regular monitoring system (monitoring at least once a year) is therefore installed in at least 2 parts of the establishment. The choice of areas to monitor considers those most at risk for poor air quality exposure.
The monitored parameters include at least 3 from the following list, depending on the local context and identified risks:
- the number of air exchanges per hour;
- temperature and relative humidity, to prevent mould growth;
- carbon dioxide (CO₂);
- volatile organic compounds (VOCs), which are common emissions from furniture, fixtures and equipment (FF&E), cleaning agents, air fresheners and synthetic fragrances;
- particulate matter (PM₂.₅ or PM₁₀) from airborne dust, smoke, external pollution;
- radon, especially in underground areas (depending on local geology and regulations); and/or
- nitrogen oxides (NOx), mainly in kitchens, parking garages, or areas near traffic.
Local and national legislations/regulations are followed, and the monitored values do not exceed limits specified by relevant national or international standards (e.g. WHO Air Quality Guidelines, national occupational safety limits).
If the limit values are exceeded, responsive actions are taken, prioritising energy-efficient and low-impact solutions (e.g. ventilating the rooms by opening windows on a regular basis, changing the settings of the ventilation, installation of air purifiers or sanitation devices and the use of air-purifying plants, where suitable, etc.).
When replacing FF&Es, low-emission options are prioritised, but early replacement before end-of-life should be avoided. For consumable products such as detergents and air fresheners, shifting to low-VOC or fragrance-free options is recommended when restocking.
Η εγκατάσταση διαθέτει πολιτική προσωπικού σχετικά με το κάπνισμα κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας.
Για ιδανικό περιβάλλον και προστασία της υγείας του προσωπικού και των επισκεπτών, είναι σημαντικό το κάπνισμα κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας να ρυθμίζεται μέσω μιας εσωτερικής πολιτικής. Οι σαφείς πολιτικές και οι καθορισμένοι χώροι καπνίσματος, συμβάλλουν ώστε τα άτομα που δεν καπνίζουν να μην εκτίθενται σε παθητικό κάπνισμα και να διασφαλίζεται ένα ασφαλές και υγιές εργασιακό περιβάλλον.
Οι χώροι για το κοινό και το προσωπικό είναι χώροι μη καπνιζόντων. Όπου επιτρέπεται το κάπνισμα από το προσωπικό, η εγκατάσταση διαθέτει κανόνες σχετικά με το κάπνισμα κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας. Οι κανόνες περιλαμβάνουν ρυθμίσεις σχετικά με το πότε και πού επιτρέπεται να καπνίζει το προσωπικό, και αφορά σε όλους τους τύπους τσιγάρων και πίπας.
Το προσωπικό επιτρέπεται να καπνίζει μόνο σε φυσικά διαχωρισμένους χώρους, έτσι ώστε ο καπνός να μην έχει καμία αρνητική επίδραση σε επισκέπτες ή προσωπικό που βρίσκονται σε μη καπνιστικούς χώρους/δωμάτια. Επιπλέον, η εγκατάσταση παρέχει στις καθορισμένες ζώνες καπνίσματος σταχτοδοχεία ή πυρασφαλείς κάδους για αποτσίγαρα με σωστή σήμανση.
Συνιστάται η πολιτική καπνίσματος να γίνεται σταδιακά πιο αυστηρή, για παράδειγμα με προοδευτικό περιορισμό του καπνίσματος κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας. Επίσης, συνιστάται η εγκατάσταση να οργανώνει ετήσια ενημερωτική εκπαίδευση για το προσωπικό, σχετικά με τις επιπτώσεις του καπνίσματος στην υγεία και το περιβάλλον.
Σε χώρες όπου υπάρχει νομοθεσία που ρυθμίζει το κάπνισμα σε δημόσιους και εργασιακούς χώρους, η εγκατάσταση συμμορφώνεται με αυτές, σε όλες τις περιπτώσεις.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει τους γραπτούς κανόνες καπνίσματος για το προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το πότε και πού επιτρέπεται το κάπνισμα κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας, καθώς και με ποιον τρόπο η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι αυτό δεν αποτελεί κίνδυνο για την υγεία, ή ενόχληση για τα μη καπνίζοντα μέλη του προσωπικού και τους επισκέπτες.
Η επιτόπια επιθεώρηση επιβεβαιώνει την ύπαρξη των καθορισμένων χώρων καπνίσματος προσωπικού, ότι αυτοί είναι φυσικά διαχωρισμένοι και ότι δεν επηρεάζουν τους μη καπνιστές.
To protect the health and comfort of staff and guests, it is important that smoking during working hours is regulated through a clear internal policy. Clear policies and designated smoking areas help to ensure that non-smokers are not exposed to second-hand smoke, and that a safe and healthy working environment is provided.
The areas for the public and the staff are non-smoking. Where staff smoking is allowed, the establishment has a policy for the staff regarding smoking during working hours. The policy includes regulations about when and where the staff can smoke and applies to all kinds of cigarettes and pipes. Staff are only allowed to smoke in clearly physically separated areas, so that the smoke has no negative impact on guests or staff in non-smoking areas/rooms. The establishment furthermore provides ash trays or clearly marked, fire-safe cigarette disposal bins in designated smoking areas.
It is strongly recommended that the smoking policy is gradually strengthened by, for example progressively limiting smoking during working hours. It is also recommended that the establishment organises annual awareness-raising training for staff on the health and environmental harms of smoking.
In countries where there is legislation regulating smoking in public and staff areas, the establishment complies with these requirements in all circumstances.
During the audit, the establishment presents its written smoking policy for staff, including information about when and where smoking during working hours is allowed, and how the establishment ensures that it does not constitute a health risk and annoyance for non-smoking staff members and guests.
A visual inspection confirms the presence of the designated staff smoking areas, that they are physically separated and that they have no impact on non-smoking guests and staff.
Όλα τα δωμάτια συνεδριάσεων και τα δωμάτια επισκεπτών είναι χώροι μη καπνιζόντων.
Οι εσωτερικοί χώροι μη καπνιζόντων μειώνουν τους κινδύνους για την υγεία, αποτρέπουν την έκθεση σε παθητικό κάπνισμα, και συμβάλλουν στη διατήρηση καθαρών και άνετων χώρων φιλοξενίας. Η εξασφάλιση δωματίων επισκεπτών και αιθουσών συνεδριάσεων χωρίς καπνό, συντελεί στην ικανοποίηση των επισκεπτών, και μειώνει τις οσμές και τα κατάλοιπα που μπορεί να συσσωρευτούν από το κάπνισμα σε εσωτερικούς χώρους.
Όλα τα δωμάτια επισκεπτών και οι αίθουσες συνεδριάσεων είναι χώροι μη καπνιζόντων.
Σε χώρες όπου αυτό δεν είναι εφικτό λόγω νομοθετικών ή πολιτισμικών απαιτήσεων, οι αίθουσες συνεδριάσεων είναι υποχρεωτικά χώροι μη καπνιζόντων, χωρίς εξαίρεση, και τουλάχιστον το 75% των δωματίων επισκεπτών είναι χώροι μη καπνιζόντων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, συνιστάται τα δωμάτια καπνιστών να βρίσκονται σε φυσικά διακριτή περιοχή, όπως διαφορετική πτέρυγα ή όροφο της εγκατάστασης, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν επηρεάζουν καθόλου τους επισκέπτες σε δωμάτια μη καπνιζόντων (π.χ. μέσω μεταφοράς καπνού σε μπαλκόνια). Επιπλέον, διασφαλίζεται ότι όλα τα δωμάτια καπνιστών αερίζονται επαρκώς (τουλάχιστον 1 ώρα) πριν την άφιξη νέων επισκεπτών.
Οι περιοχές με δωμάτια μη καπνιστών και καπνιστών σηματοδοτούνται, ώστε να είναι εύκολα κατανοητό. Η εγκατάσταση αναπτύσσει σχέδιο για να διασφαλίσει ότι το 100% των δωματίων επισκεπτών γίνονται δωμάτια μη καπνιζόντων.
Επιπλέον, στις ζώνες καπνίσματος, η εγκατάσταση παρέχει σταχτοδοχεία, ή πυρασφαλείς κάδους για αποτσίγαρα με σωστή σήμανση.
Σημείωση για εθνική προσαρμογή: Στο Βέλγιο και στη Σουηδία, όλα τα δωμάτια συνεδριάσεων και επισκεπτών είναι χώροι μη καπνιζόντων χωρίς εξαίρεση.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει ότι όλα τα δωμάτια επισκεπτών και οι αίθουσες συνεδριάσεων είναι χώροι μη καπνιζόντων.
Σε ειδικές περιπτώσεις, σε χώρες όπου αυτό δεν είναι εφικτό λόγω νομοθετικών ή πολιτισμικών απαιτήσεων, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• τεκμηρίωση (π.χ. κατάλογος δωματίων) που αποδεικνύει ότι όλες οι αίθουσες συνεδριάσεων, και τουλάχιστον το 75% των δωματίων επισκεπτών, είναι για μη καπνίζοντες
• αποδεικτικά σχεδίου μετάβασης προς το 100% των δωματίων επισκεπτών να είναι μη καπνιστών.
Σε αυτή την περίπτωση, η επιτόπια επιθεώρηση επιβεβαιώνει την ύπαρξη σαφούς φυσικού διαχωρισμού δωματίων καπνιστών και μη καπνιστών, υποστηριζόμενου από εμφανή σήμανση, καθώς και καθορισμένων ζωνών καπνίσματος εξοπλισμένων με σταχτοδοχεία ή πυρασφαλείς κάδους τσιγάρων, και τον περιβάλλοντα χώρο τους απαλλαγμένο από αποτσίγαρα.
Non-smoking indoor environments reduce health risks, prevent exposure to second-hand smoke, and help maintain clean and comfortable guest facilities. Ensuring smoke-free guest and meeting rooms supports guest satisfaction and reduces odours and residue that can accumulate from indoor smoking.
All guest and meeting rooms are non-smoking.
In countries where this is not feasible due to legislative or cultural requirements, meeting rooms are non-smoking without exception and a minimum of 75% of the guest rooms are non-smoking. In such cases, it is highly recommended that smoking rooms are located in a physically distinct area, such as a different wing or floor of the establishment, to ensure that they do not have any negative impact on guests in non-smoking areas/rooms (e.g. through smoke drift on balconies). It is furthermore ensured that all smoking rooms are aired out sufficiently (at least 1 hour) before new guests arrive. The areas with non-smoking and smoking guest rooms are clearly marked with signs in an easily understandable way, and the establishment develops a plan to ensure that 100% of guest rooms become smoke-free.
The establishment furthermore provides ash trays or clearly marked, fire-safe cigarette disposal bins in designated smoking areas. Note on national adaptation: In BE and SE, all meeting and guest rooms are non-smoking without exception.
During the visual inspection, the auditor confirms that all guest and meeting rooms are non-smoking.
In specific circumstances, in countries where this is not feasible due to legislative or cultural requirements, the establishment presents:
- documentation (e.g. an overview or room inventory) showing that all meeting rooms and at least 75% of guest rooms are non-smoking; and
- evidence of a plan for progressing towards 100% smoke-free guest rooms.
In this case, a visual inspection confirms the presence of clear physical separation between smoking and non-smoking guest rooms supported by visible signage, and designated smoking areas equipped with ashtrays or fire-safe cigarette bins, with the surrounding area free of cigarette litter.
Οι εσωτερικοί χώροι εστιατορίων είναι χώροι μη καπνιζόντων, και όλοι οι υπόλοιποι δημόσιοι χώροι είναι, είτε χώροι μη καπνιζόντων, είτε διαθέτουν σαφώς διαχωρισμένους χώρους καπνίσματος.
Για την προστασία της υγείας και της άνεσης των επισκεπτών και του προσωπικού, καθώς και για τη μείωση της εσωτερικής ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από το κάπνισμα ή το άτμισμα, όλοι οι εσωτερικοί χώροι εστιατορίων είναι χώροι μη καπνιζόντων. Επίσης, οι κοινόχρηστοι χώροι της εγκατάστασης διατηρούνται είτε ως χώροι μη καπνιζόντων είτε με σαφώς διαχωρισμένες ζώνες καπνίσματος. Η καθιέρωση σαφών πολιτικών απαγόρευσης καπνίσματος βελτιώνει την ποιότητα του εσωτερικού αέρα, αποτρέπει την έκθεση σε παθητικό κάπνισμα, και υποστηρίζει ένα υγιέστερο περιβάλλον για όλους.
Οι εσωτερικοί χώροι εστιατορίων είναι χώροι μη καπνιζόντων. Οι υπόλοιποι κοινόχρηστοι χώροι είναι είτε χώροι μη καπνιζόντων, είτε η ζώνη μη καπνιζόντων (εσωτερική και εξωτερική) είναι διαχωρισμένη από τη ζώνη καπνίσματος, έτσι ώστε τα άτομα που κάθονται στη ζώνη μη καπνιζόντων, να μην επηρεάζονται από τους καπνιστές.
Ο φυσικός διαχωρισμός μπορεί να περιλαμβάνει δομικά εμπόδια (π.χ. τοίχους, διαχωριστικά, φράχτες), μια σταθερή και οριοθετημένη ζώνη καπνίσματος σε κατάλληλη απόσταση, ή άλλα μέτρα που αποτρέπουν τους καπνιστές από το να κάθονται ή να στέκονται δίπλα σε μη καπνιστές. Οι ζώνες μη καπνιζόντων και καπνίσματος επισημαίνονται σαφώς με κατανοητές πινακίδες.
Επιπλέον, η εγκατάσταση παρέχει, στις καθορισμένες ζώνες καπνίσματος, σταχτοδοχεία ή πυρασφαλείς κάδους για αποτσίγαρα με σαφή σήμανση. Συνιστάται η ζώνη μη καπνιζόντων να είναι μεγαλύτερη από τη ζώνη καπνίσματος.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει ότι:
• το κάπνισμα δεν επιτρέπεται σε όλους τους εσωτερικούς χώρους εστιατορίων
• όλοι οι άλλοι κοινόχρηστοι χώροι είναι, είτε χώροι μη καπνιζόντων, είτε υπάρχει φυσικός διαχωρισμός και πινακίδες που υποδεικνύουν τα τμήματα καπνίσματος και τμήματα μη καπνίσματος
• όλες οι καθορισμένες ζώνες καπνίσματος είναι εξοπλισμένες με σταχτοδοχεία ή κάδους τσιγάρων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται σωστά. Δηλαδή ο περιβάλλων χώρος τους είναι απαλλαγμένος από αποτσίγαρα. Εάν εντοπίζονται αποτσίγαρα, η εγκατάσταση πρέπει να εφαρμόσει εκπαίδευση ή άλλα μέτρα, ώστε να διασφαλιστεί η σωστή χρήση και συντήρηση της ζώνης καπνίσματος.
To protect the health and comfort of guests and staff, and to reduce indoor air pollution and environmental impacts from smoking or vaping, all indoor restaurants are non-smoking and public areas of the establishment are maintained as non-smoking or with clearly separated non-smoking zones. Establishing clear no-smoking policies improves indoor air quality, prevents exposure to second-hand smoke, and supports a healthier environment for all.
The indoor restaurant areas are non-smoking. Any other public areas are either non-smoking, or the non-smoking section (indoors and outdoors) is clearly physically separated from the smoking section, so that persons sitting in the non-smoking section are not affected by the smokers.
Physical separation may include structural barriers (e.g. walls, screens, fencing), a fixed and clearly demarcated smoking zone at an appropriate distance, or other measures that prevent smokers from sitting or standing directly adjacent to non-smoking guests. The non-smoking and smoking sections are marked clearly with signs in an easily understandable way. The establishment furthermore provides ash trays or clearly marked, fire-safe cigarette disposal bins in designated smoking areas. It is recommended that the non-smoking area is larger than the smoking area.
During the visual inspection, the auditor confirms that:
- smoking is not allowed in all indoor restaurants;
- all other public areas are either non-smoking or when there are both, a physical separation, and signs indicating the smoking and non-smoking parts of the public areas; and
- all designated smoking areas are equipped with ashtrays or cigarette bins, and that these are used properly; meaning their surrounding area is free from cigarette litter. If cigarette litter is present, the establishment must implement training or other measures to ensure proper use and maintenance of the smoking area.