Τα ουρητήρια διαθέτουν αισθητήρες, συσκευές εξοικονόμησης νερού ή είναι χωρίς νερό.
Ουρητήρια χαμηλής ροής, με αισθητήρες, ή χωρίς νερό στην εγκατάσταση μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος μέσω μείωσης της κατανάλωσης νερού. Τα παραδοσιακά ουρητήρια σπαταλούν μεγάλες ποσότητες νερού λόγω μη αποδοτικών μηχανισμών έκπλυσης.
Όπου υπάρχουν ουρητήρια, αυτά είτε διαθέτουν ατομικούς αισθητήρες ανίχνευσης, είτε κουμπί (με έκπλυση που δεν υπερβαίνει τα 3 λίτρα ή 0,79 US gallons ανά έκπλυση), είτε λειτουργούν χωρίς νερό.
Όπου χρησιμοποιούνται ουρητήρια χωρίς νερό, το σύστημα συντηρείται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή.
Ορισμένα μοντέλα ουρητηρίων εξοικονόμησης νερού ή ουρητηρίων χωρίς νερό ενδέχεται να απαιτούν συχνότερη συντήρηση ή καθαρισμό για τη διασφάλιση της υγιεινής και τον έλεγχο των οσμών, ιδιαίτερα σε κοινόχρηστους χώρους υψηλής χρήσης. Οι εγκαταστάσεις ενθαρρύνονται να επιλέγουν ουρητήρια με αποδεδειγμένη απόδοση και ανθεκτικότητα και να ενσωματώνουν κατάλληλο προγραμματισμό συντήρησης και εκπαίδευση προσωπικού ως μέρος της διαδικασίας προμήθειας και εγκατάστασης.
Το παρόν κριτήριο εφαρμόζεται σε ουρητήρια που βρίσκονται σε κοινόχρηστους χώρους της εγκατάστασης (π.χ. χώροι υποδοχής, εστιατόρια, κοινόχρηστες εγκαταστάσεις) και σε χώρους προσωπικού.
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει ότι τα ουρητήρια είναι εξοπλισμένα με ατομικούς αισθητήρες ανίχνευσης, συστήματα έκπλυσης με κουμπί και περιορισμένη ροή ή ότι είναι χωρίς νερό.
Low-flow, sensor-based, or water-free urinals in the establishment can contribute to a reduced environmental footprint by lowering water consumption. Traditional urinals can waste large volumes of water through inefficient flushing mechanisms.
Where urinals are present, they either have individual detection sensors, a “push” button (flushing no more than 3 litres or 0.79 US gallons per flush) or are water-free.
Where water-free urinals are used, the system is maintained according to manufacturer specifications.
Some water-efficient or water-free urinal models may require more frequent maintenance or cleaning to ensure hygiene and odour control, particularly in high-use public areas. Establishments are encouraged to select urinals with proven performance and durability, and to include appropriate maintenance planning and staff training as part of the procurement and installation process.
This criterion applies to urinals located in public areas of the establishment (e.g. lobbies, restaurants, common facilities) and staff areas.
Η εγκατάσταση παράγει ή προμηθεύεται το 50% της ενέργειας που χρησιμοποιείται για θέρμανση και ψύξη από ανανεώσιμες πηγές.
Για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της εγκατάστασης και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η ενέργεια που χρησιμοποιείται για θέρμανση, ψύξη, παραγωγή ζεστού νερού και μαγείρεμα, θα πρέπει σταδιακά να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Η μετάβαση από συστήματα που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα, σε ανανεώσιμη ενέργεια υποστηρίζει τους κλιματικούς στόχους, ενισχύει την ενεργειακή ανεξαρτησία, και προάγει τη μακροπρόθεσμη λειτουργική βιωσιμότητα.
Τουλάχιστον 50% της ενέργειας που χρησιμοποιείται για θέρμανση και ψύξη στην εγκατάσταση προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, για ελάχιστη συνεχόμενη περίοδο 3 μηνών. Το κριτήριο αυτό εφαρμόζεται επίσης στην ενέργεια για παραγωγή ζεστού νερού και διαδικασίες μαγειρέματος.
Η ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια για θέρμανση και ψύξη μπορεί να παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης ή να προμηθεύεται εξωτερικά, κατά προτίμηση από κοντινό πάροχο.
Αποδεκτές εναλλακτικές έναντι συστημάτων βασισμένων σε ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια περιλαμβάνουν:
α) ηλιακά συστήματα θερμικής ενέργειας (π.χ. ηλιακοί συλλέκτες για ζεστό νερό ή για θέρμανση χώρου)
β) γεωθερμικά συστήματα και αντλίες θερμότητας αέρα/εδάφους
γ) βιοαέριο και βιοδιασπώμενο κλάσμα των καυσίμων βιομάζας (π.χ. τεμαχίδια ξύλου ή πριονίδια, γεωργικά απόβλητα)
δ) αιολική ενέργεια
ε) υδροηλεκτρική ενέργεια που παράγεται σύμφωνα με τους ισχύοντες περιβαλλοντικούς κανονισμούς και η οποία έχει σχεδιαστεί και λειτουργεί με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις στα υδάτινα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα
ζ) ηλεκτρική θέρμανση/ψύξη από φωτοβολταϊκά συστήματα (όταν η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από πιστοποιημένες ανανεώσιμες πηγές)
η) αντλίες θερμότητας αέρα ή εδάφους που λειτουργούν με ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια·
θ) πιστοποιημένη ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, από ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική ή άλλες πηγές, που χρησιμοποιείται για να ηλεκτροδοτήσει συστήματα κλιματισμού
ι) δίκτυα τηλεθέρμανσης/τηλεψύξης όπου η κύρια πηγή ενέργειας είναι η γεωθερμία, ή/και πιστοποιημένη βιομάζα βιώσιμης προέλευσης, ή/και θερμότητας από βιομηχανικά απόβλητα που χρησιμοποιείται μέσα σε ένα πλαίσιο ανανεώσιμης ενέργειας
κ) πιστοποιημένα βιώσιμα βιοκαύσιμα (π.χ. βιοντίζελ) σύμφωνα με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις ανανεώσιμες ενέργειες (ΕΕ red II / red III) ή τα παγκοσμίως αναγνωρισμένα συστήματα πιστοποίησης (π.χ. RSB, ISCC)
λ) αποδοτικά συστήματα βιομάζας όπως σύγχρονοι λέβητες ή σόμπες πέλλετ, που πληρούν το πρότυπο EN 303-5 (κλάση 5) ή ισοδύναμα πρότυπα για αποδοτικότητα ενέργειας και χαμηλές εκπομπές
μ) πιστοποιημένα καύσιμα βιομάζας (π.χ. πέλλετ, ροκανίδια, μπρικέτες) με πιστοποίηση FSC, PEFC ή ισοδύναμη.
Η τύρφη δεν θεωρείται ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και δεν συνυπολογίζεται στο απαιτούμενο μερίδιο του 50%.
Όταν χρησιμοποιούνται υβριδικά συστήματα, το ποσοστό ανανεώσιμης ενέργειας υπολογίζεται ως ποσοστό της συνολικής ετήσιας ενεργειακής ζήτησης για θέρμανση και ψύξη, βάσει αξιόπιστων δεδομένων (π.χ. λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, έξυπνοι μετρητές ή ανεξάρτητες αξιολογήσεις).
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την πιο πρόσφατη τεκμηρίωση, που αποδεικνύει ότι παράγει ή προμηθεύεται τουλάχιστον 50% της ενέργειας για θέρμανση και ψύξη από ανανεώσιμες πηγές και ότι δεν χρησιμοποιείται άνω του 50% ενέργεια από ορυκτά καύσιμα για τους ίδιους σκοπούς. Αυτή περιλαμβάνει:
• τεχνικές προδιαγραφές του συστήματος, τιμολόγια ή πιστοποιητικά εγκατάστασης για εξοπλισμό θέρμανσης, ψύξης, ζεστού νερού και μαγειρέματος που χρησιμοποιούνται στην εγκατάσταση
• έγγραφα γνωστοποίησης πηγών ενέργειας όπως συμβάσεις προμήθειας ενέργειας, τιμολόγια διανομής καυσίμων ή πιστοποιητικά προέλευσης ανανεώσιμης ενέργειας για βιοκαύσιμα ή ηλεκτρική ενέργεια (όταν πραγματοποιείται αγορά ενέργειας από πάροχο).·
• πιστοποιήσεις βιωσιμότητας ή τεκμηρίωση με τεχνικά πρότυπα για συστήματα βιομάζας ή βιοκαυσίμων (αν χρησιμοποιούνται τέτοια συστήματα). ·
• τεκμηρίωση που δείχνει τεχνικές προδιαγραφές των συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στοιχεία παραγωγής ενέργειας (π.χ. από μετρητές ή συστήματα dashboards)
• υπολογισμούς που αποδεικνύουν ότι τουλάχιστον 50% της ζήτησης για θέρμανση/ψύξη καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές (όταν η ενέργεια παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης).
Όπου η ενέργεια παράγεται στον χώρο της εγκατάστασης, ο οπτικός έλεγχος επιβεβαιώνει την ύπαρξη και λειτουργία των συστημάτων.
To reduce the establishment’s environmental footprint and greenhouse gas emissions, energy used for heating, cooling, hot water production, and cooking should increasingly come from renewable sources. Transitioning from fossil fuel–based systems to renewable energy supports climate goals, enhances energy independence, and promotes long-term operational sustainability.
At least 50% of the energy used for heating and cooling at the establishment is supplied from renewable sources for a minimum continuous period of 3 months. This criterion also applies to energy used for hot water and cooking processes.
Renewable electricity may be produced on-site or sourced externally, preferably from a nearby supplier.
Acceptable alternatives to fossil fuel-based and nuclear-based systems include:
- solar thermal energy systems (e.g. solar collectors for hot water or space heating);
- geothermal systems and aerothermal heat pumps (e.g. ground or air-source);
- biogas and the biodegradable portion of biomass fuels (e.g. wood chips, agricultural waste);
- wind energy;
- hydropower (if applicable and managed sustainably);
- photovoltaic-powered electric heating and cooling (when the electricity is from certified renewable sources);
- air-source and ground-source heat pumps powered by renewable electricity;
- certified renewable electricity, including electricity from solar pv, wind, hydro, or other verified renewable sources, used to power climate control systems;
- district heating or cooling networks where the primary energy source is geothermal, and/or certified sustainably sourced biomass, and/or industrial waste heat recovery used within a renewable energy framework;
- certified sustainable biofuels (e.g. biodiesel) that comply with the EU renewable energy directive (red ii / red iii) or globally recognised certification schemes (e.g. RSB, ISCC);
- efficient biomass systems, such as modern wood pellet stoves or boilers meeting EN 303-5 (class 5) or equivalent standards for energy efficiency and low emissions; and/or
- certified biomass fuels (e.g. wood pellets, chips, or briquettes) verified under schemes such as FSC, PEFC, or equivalent.
Peat is not considered a renewable energy source and does not contribute to the required 50% share. When hybrid systems are in place, the renewable share is calculated as a percentage of the total annual energy demand for heating and cooling, using reliable data (e.g. utility bills, smart metres, or third-party assessments).
During the audit, the establishment presents the following most recent documentation demonstrating that it produces or purchases 50% of the energy used for heating and cooling from renewable sources and no more than 50% of fossil fuels are used for the same purposes:
- system specifications, invoices, or installation certificates for all heating, cooling, hot water and cooking equipment used in the establishment;
- energy source disclosure documents, such as energy supplier contracts, fuel delivery invoices, or certificates of renewable origin for biofuels or electricity (when purchasing the energy from a supplier);
- sustainability certification or technical standard documentation for biomass or biofuel systems (if such systems are used);
- documentation showing technical specifications of the renewable energy systems, energy production data (e.g. from metres or system dashboards); and
- calculations demonstrating that at least 50% of the heating/cooling demand is met through on-site renewable energy (when energy is produced on-site).
Where energy is produced on site, a visual inspection confirms the presence and functionality of the systems.
Εγκαθίσταται σύστημα ανάκτησης θερμότητας ή ψύξης.
Τα συστήματα ανάκτησης θερμότητας ή ψύξης, επιτρέπουν στην εγκατάσταση να συλλέξει και να χρησιμοποιήσει την πλεονάζουσα θερμότητα ή να διατηρήσει την ψύξη που παράγεται από τον εξοπλισμό που καταναλώνει ενέργεια, οδηγώντας σε ουσιαστικές αποταμιεύσεις ενέργειας και χαμηλότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Η εγκατάσταση τοποθετεί σύστημα ανάκτησης θέρμανσης ή ψύξης. Το σύστημα ανάκτησης, συνήθως ένας εναλλάκτης θερμότητας, συλλέγει το πλεόνασμα της θέρμανσης ή ψύξης από μεγάλα συστήματα που χρησιμοποιούν ενέργεια, όπως εξοπλισμός αερισμού, ψύξης ή πισίνες κολύμβησης. Η ανακτημένη ενέργεια επαναχρησιμοποιείται για σε τουλάχιστον 1 από τους ακόλουθους σκοπούς:
α) προθέρμανση του εισερχόμενου αέρα αερισμού σε ψυχρότερα κλίματα
β) πρόψυξη του εισερχόμενου αέρα αερισμού σε θερμότερα κλίματα
γ) θέρμανση του οικιακού ζεστού νερού
δ) θέρμανση χώρου σε περιοχές όπως εσωτερικοί χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει τις τεχνικές προδιαγραφές ή μια κάρτα λειτουργίας του συστήματος που δείχνει την παρουσία συστήματος ανάκτησης θέρμανσης ή ψύξης.
Heat or cooling recovery systems allow establishments to capture and reuse excess heat or retain cooling generated by energy-consuming equipment, leading to substantial energy savings and lower environmental impact
The establishment installs a heat or cooling recovery system. The recovery system, usually a heat exchanger, captures surplus heat or cooling from major energy-using systems such as ventilation, refrigeration equipment or swimming pools. Recovered energy is reused for at least 1 of the following purposes:
- preheating of incoming ventilation air in colder climates;
- pre-cooling of incoming ventilation air in warmer climates;
- heating of domestic hot water; and/or
- space heating in areas such as indoor parking garages.
Το σαπούνι, το σαμπουάν, η κρέμα μαλλιών και το αφρόλουτρο παρέχονται σε δοσομετρητές.
Το ατομικά συσκευασμένο σαπούνι, σαμπουάν, κρέμα μαλλιών και αφρόλουτρο παράγουν σημαντικά απορρίμματα προϊόντων και πλαστικού, αυξάνοντας το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των παροχών των επισκεπτών. Οι δοσομετρητές που μπορούν να γεμίσουν εκ νέου, μειώνουν δραστικά τις συσκευασίες μίας χρήσης και προωθούν την υπεύθυνη χρήση πόρων, διατηρώντας παράλληλα τα πρότυπα υγιεινής.
Η εγκατάσταση παρέχει σαπούνι, σαμπουάν, κρέμα μαλλιών και αφρόλουτρο σε δοσομετρητές αντί για ατομικές συσκευασίες ταξιδιωτικού μεγέθους. Αυτό ισχύει για τα μπάνια δωματίων των επισκεπτών, τουαλέτες σε κοινόχρηστους χώρους και τουαλέτες/ντους σε χώρους προσωπικού.
Δεν επιτρέπεται η παροχή πρόσθετων ατομικά συσκευασμένων προϊόντων προσωπικής περιποίησης μεγέθους ταξιδιού, του ίδιου τύπου προϊόντος, στα δωμάτια των επισκεπτών.
Οι δοσομετρητές που μπορούν να γεμίσουν εκ νέου είναι μόνιμες ή μη συσκευές, σχεδιασμένες να μπορούν να ξαναγεμιστούν πολλές φορές είτε από την εγκατάσταση είτε από τον προμηθευτή. Όπου είναι δυνατόν, συνιστάται συνεργασία με προμηθευτές του προϊόντος για συλλογή, καθαρισμό, επαναχρησιμοποίηση και επαναγέμιση αυτών των δοσομετρητών.
Μεγάλες σε μέγεθος συσκευασίες μίας χρήσης ή ημι-επαναχρησιμοποιούμενες συσκευασίες που απορρίπτονται μετά την χρήση του προϊόντος (π.χ. σε περιπτώσεις όπου οι δοσομετρητές που μπορούν να γεμιστούν εκ νέου δεν επιτρέπονται από τον νόμο), θεωρούνται αποδεκτοί δοσομετρητές μόνο εάν εφαρμόζονται τα ακόλουθα:
• τα υλικά ανακυκλώνονται
• η γραπτή Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας καθαριότητας ορίζει ότι οι φιάλες απορρίπτονται, μόνο όταν είναι εντελώς άδειες
• αν οι προμηθευτές του προϊόντος προσφέρουν υπηρεσία για συλλογή, επαναχρησιμοποίηση, και γέμισμα των δοσομετρητών τους, η εγκατάσταση παρέχει τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ότι οι δοσομετρητές επαναχρησιμοποιούνται/γεμίζονται εκ νέου από τον παραγωγό/προμηθευτή (π.χ. τιμολόγια, συμφωνίες, τεκμηρίωση παρακολούθησης).
Το στερεό σαπούνι επιτρέπεται, μόνο εάν είναι συσκευασμένο σε χαρτόνι ή χαρτί και η εγκατάσταση ανακυκλώνει τα υπολείμματα του σαπουνιού (εφαρμόσιμο μόνο σε χώρες όπου η επαναχρησιμοποίηση του σαπουνιού επιτρέπεται).
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει την ύπαρξη δοσομετρητών και ελέγχει ότι:
• χρησιμοποιούνται είτε δοσομετρητές που γεμίζουν εκ νέου ή μεγάλες σε μέγεθος συσκευασίες ημι-επαναχρησιμοποιούμενων δοσομετρητών. Εάν χρησιμοποιούνται οι δεύτερες, η εγκατάσταση παρέχει τεκμηρίωση ότι οι μεγάλου μεγέθους συσκευασίες ανακυκλώνονται, και η Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας καθαριότητας περιλαμβάνει πληροφορίες ότι οι συσκευασίες μπορούν να απορριφθούν μόνον εφόσον είναι εντελώς άδειες.
• υπάρχει απόδειξη συμμόρφωσης με εθνική νομοθεσία όπου χρειάζεται
• δεν παρέχονται πρόσθετα ατομικά προϊόντα προσωπικής περιποίησης μίας χρήσης.
Ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψίες σε τουλάχιστον 1 περιοχή αποθήκευσης, και στα δωμάτια των επισκεπτών ακολουθώντας την μεθοδολογία Α όπως περιγράφεται στο Γλωσσάρι.
Individually packaged soap, shampoo, conditioner and shower gel generate significant plastic and product waste, increasing the environmental footprint of guest amenities. Refillable dispensers drastically reduce single-use packaging and promote responsible resource use while maintaining hygiene standards.
The establishment provides soap, shampoo, conditioner and shower gel in refillable dispensers instead of individually packaged travel-sized containers. This applies to bathrooms in guest rooms, toilets in public areas and toilets/showers in staff areas. No additional individually packaged travel-sized toiletries of the same product type are allowed to be offered in the guest rooms.
A refillable dispenser is a permanent fixture or non-permanent container designed to be refilled multiple times, either by the establishment or by the product manufacturer. Where possible, it is recommended to cooperate with product suppliers to collect, clean, reuse and refill these dispensers.
Single-use or semi-reusable bulk containers in larger sizes (for example in cases where refillable dispensers are not allowed by law) that are discarded after the product is used up (including containers that combine dispenser and packaging in 1 unit that is disposed of) are only considered acceptable dispensers, if the following applies:
- the establishment recycles the materials;
- the written Standard Operating Procedure (SOP) of the housekeeping specify that bottles can only be thrown out once completely empty; and
- if product suppliers offer a service to collect, reuse and refill their dispensers, the establishment provides documentation proving that the dispensers are being reused/refilled by the producer (e.g. invoices, agreements, tracking documentation).
Solid soap bars are only permitted if they are packaged in cardboard or paper and the establishment has an active cooperation or plan in place to recycle the leftover soap (applicable only in countries where soap reuse is permitted).
During the visual inspection, the auditor confirms the presence of dispenser and checks the following:
- either refillable dispensers or semi-reusable bulk containers in larger sizes are used. If the latter are used, the establishment provides evidence that the bulk containers are recycled, and the written SOP of the housekeeping include information that bottles can only be thrown out once completely empty;
- proof of compliance with national regulations where appropriate; and
- no additional single-use toiletries of the same type are provided: the auditor conducts samplings in at least 1 storage area, and in guest rooms following methodology A as described in the glossary.
Η εγκατάσταση δεν προμηθεύεται ψάρια, θαλασσινά και κρέας από απειλούμενα ή προστατευόμενα είδη.
Η κατανάλωση ψαριών, θαλασσινών και κρέατος από απειλούμενα ή προστατευόμενα είδη συμβάλλει άμεσα στην απώλεια βιοποικιλότητας και στην υποβάθμιση των οικοσυστημάτων. Αποφεύγοντας αυτά τα προϊόντα, οι εγκαταστάσεις προστατεύουν ευάλωτα είδη, υποστηρίζουν βιώσιμες πρακτικές προμήθειας, και ευθυγραμμίζονται με διεθνείς προσπάθειες προστασίας του περιβάλλοντος.
Ως μέρος της πολιτικής προμηθειών, η εγκατάσταση δεν αγοράζει προϊόντα ψαριών, θαλασσινών και κρέατος που προέρχονται από απειλούμενα είδη ή από είδη των οποίων το εμπόριο απαγορεύεται ή περιορίζεται σύμφωνα με διεθνείς ή εθνικούς κανόνες προστασίας.
Για τον έλεγχο των συμπεριλαμβανομένων ειδών, συνιστάται η χρήση της Κόκκινης Λίστας Απειλούμενων Ειδών της IUCN ή των παραρτημάτων της Σύμβασης CITES για το Διεθνές Εμπόριο των Απειλούμενων Ειδών. Η εγκατάσταση δεν προμηθεύεται είδη που χαρακτηρίζονται ως Ευάλωτα (VU), Κινδυνεύοντα (EN) ή Κρισίμως Κινδυνεύοντα (CR), καθώς και είδη των οποίων οι εμπορικές συναλλαγές απαγορεύονται ή περιορίζονται.
Για τον έλεγχο της κατάστασης ψαριών και θαλασσινών, τοπικοί οδηγοί βιώσιμης αλιείας και θαλασσινών (π.χ. Good Fish Guide, Mr. Good Fish, Seafood Watch ή αντίστοιχοι αναγνωρισμένοι οδηγοί) μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πρόσθετη πηγή καθοδήγησης σχετικά με τη συντήρηση των τοπικών αποθεμάτων, της αλιείας και των πρακτικών προμήθειας. Γενικά, αποφεύγονται είδη με αξιολόγηση «κόκκινο/αποφυγή». Όπου είναι εφικτό, μπορούν να χρησιμοποιούνται και διεθνείς οδηγοί όπως οι WWF Seafood Guides.
Επιπλέον, αναγνωρισμένες οικολογικές πιστοποιήσεις για ιχθυοκαλλιέργειες, μπορούν να βοηθήσουν στην αναγνώριση προϊόντων που δεν προέρχονται από -ή δεν περιέχουν- απειλούμενα είδη.
Προϊόντα που προέρχονται από πρακτικές που είναι εγγενώς επιβλαβείς για τη βιοποικιλότητα, λόγω άμεσης καταστροφής οικοσυστημάτων, υψηλών ποσοστών παρεμπίπτουσας αλίευσης (bycatch), συμβολής στη μείωση πληθυσμών ειδών ή μεγάλης κλίμακας μετατροπής οικοσυστημάτων (π.χ. αλιεία με βυθοσκόπηση, αλιεία με χρήση κυανίου) αποκλείονται αυστηρά.
Το προσωπικό που εμπλέκεται στις προμήθειες, στον σχεδιασμό μενού και στην προετοιμασία τροφίμων (π.χ. υπεύθυνοι προμηθειών, σεφ/διεύθυνση κουζίνας, υπεύθυνοι διαχειριστές τροφίμων και ποτών) είναι ενημερωμένο για τη δέσμευση της εγκατάστασης να μην προμηθεύεται απειλούμενα ή προστατευόμενα είδη. Έχει πρόσβαση και γνωρίζει πώς να χρησιμοποιεί επικαιροποιημένες λίστες αναφοράς για να επαληθεύσει την κατάσταση των ειδών, πριν από παραγγελίες ή παραλαβές.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• το πιο πρόσφατα ενημερωμένο μενού· και
• πρόσφατη σχετική λίστα που αναφέρει τα είδη ψαριών, θαλασσινών και κρέατος που χρησιμοποιούνται στα πιάτα, καθώς και όπου είναι διαθέσιμα τιμολόγια/αρχεία προμηθειών (με αναγραφή ονομασίας είδους και όποιων πιστοποιήσεων, εφόσον υπάρχουν) των τελευταίων 24 μηνών (για τους υποψηφίους που επανυποβάλουν αίτηση) ή 6 μηνών (για τους αιτούντες για πρώτη φορά).
Η επιτόπια επιθεώρηση των ψυγείων, καταψυκτών και αποθηκευτικών χώρων επιβεβαιώνει τη συμμόρφωση.
The consumption of fish, seafood and meat from threatened or protected species contributes directly to biodiversity loss and the degradation of ecosystems. By avoiding these products, establishments protect vulnerable species, support sustainable sourcing practices and align with international conservation efforts.
As part of the purchasing policy, the establishment does not buy fish, seafood and meat products derived from threatened species or from species whose trade is prohibited or restricted under international or national protection rules.
To check the status of species, it is recommended to use the IUCN Red List of Threatened Species or the CITES (Convention on International Trade in Endangered Species) Appendices. The establishment does not purchase species that are labelled as Vulnerable, Endangered, or Critically Endangered and species whose commercial trade is prohibited or restricted. To check the status of fish and seafood, it is recommended to use a (local) fish and seafood guide (e.g. Good Fish Guide, Mr. Good Fish, Seafood Watch, or equivalent recognised guide), and in general species with a ‘red/avoid’ rating are avoided. Where appropriate, global guides such as the WWF Seafood Guides may also be used.
Furthermore, recognised eco-labels for certified aquaculture may help identify products that are not derived from and do not contain threatened species. Products derived from practices that are inherently harmful to biodiversity due to their direct destruction of habitats, high bycatch rates, contribution to species decline, or large-scale ecosystem conversion (e.g. bottom trawling, cyanide fishing) are strictly excluded.
Relevant staff involved in purchasing, menu planning and food preparation (e.g. procurement staff, chefs/kitchen management, Food & Beverage (F&B) managers) are aware of the establishment’s commitment not to purchase threatened or protected species. They have access to, and know how to use, an up-to-date reference list/guide to verify species status before ordering or accepting deliveries.
During the audit, the establishment presents:
- the latest updated menu; and
- a related list identifying the species of fish seafood and meat used for menu items with, where available, supplier invoices/purchase records (specifying species name and any certifications, if applicable) from the past 24 months (for re-applicants) or 6 months (for new applicants).
A visual inspection of the fridge, freezer and storage areas confirms conformity.
Χρησιμοποιούνται μέθοδοι καθαρισμού με μειωμένη χρήση χημικών ή χωρίς χημικά.
Τα παραδοσιακά χημικά καθαριστικά μέσα μπορούν να βλάψουν τα οικοσυστήματα, να μειώσουν την ποιότητα του εσωτερικού αέρα και να δημιουργήσουν κινδύνους για την υγεία του προσωπικού και των επισκεπτών όταν χρησιμοποιούνται υπερβολικά ή με ακατάλληλο τρόπο. Με την υιοθέτηση μεθόδων καθαρισμού με μειωμένη χρήση χημικών ή χωρίς χημικά, οι εγκαταστάσεις μειώνουν σημαντικά το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα και βελτιώνουν την ασφάλεια στον χώρο εργασίας, διατηρώντας παράλληλα υψηλά πρότυπα υγιεινής.
Η εγκατάσταση χρησιμοποιεί μεθόδους καθαρισμού με μειωμένη χρήση χημικών ή χωρίς χημικά, οι οποίες ελαχιστοποιούν ή εξαλείφουν την ανάγκη χρήσης χημικών παραγόντων για τουλάχιστον μία καθορισμένη περιοχή, δραστηριότητα ή υπηρεσία, σε τακτική βάση (π.χ. καθημερινά ή εβδομαδιαία). Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν τη χρήση απιονισμένου νερού, καθαρισμό με νερό υψηλής πίεσης, καθαρισμό με ατμό ή άλλες αποτελεσματικές εναλλακτικές, που μειώνουν την εξάρτηση από παραδοσιακά χημικά προϊόντα.
Το κριτήριο αυτό εφαρμόζεται συγκεκριμένα στον γενικό καθαρισμό επιφανειών σε χώρους όπως κοινόχρηστοι δημόσιοι χώροι, δωμάτια επισκεπτών ή αίθουσες συνεδριάσεων. Οι κουζίνες, οι τουαλέτες, οι πισίνες και οι χώροι σπα, εξαιρούνται από το συγκεκριμένο κριτήριο λόγω ειδικών υγειονομικών κανονισμών.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την γραπτή της Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας για τον τακτικό καθαρισμό στον σχετικό χώρο, δραστηριότητα ή υπηρεσία, η οποία αποδεικνύει τη χρήση μεθόδων μειωμένης χρήσης χημικών ή χωρίς χημικά.
Εναλλακτικά, επιτόπια οπτική επιθεώρηση επιβεβαιώνει την ύπαρξη του εξοπλισμού καθαρισμού με μειωμένη χρήση χημικών ή χωρίς χημικά.
Traditional chemical cleaning agents can harm ecosystems, reduce indoor air quality and pose risks to staff and guest health if overused or improperly applied. By adopting reduced-chemical or chemical-free cleaning methods, establishments significantly lower their environmental footprint and improve workplace safety, while maintaining high hygiene standards.