Η εγκατάσταση προσφέρει τουλάχιστον 1 αυστηρά χορτοφαγικό ορεκτικό, 1 αυστηρά χορτοφαγικό κυρίως πιάτο και 1 αυστηρά χορτοφαγικό επιδόρπιο.
Καθώς τα αυστηρά χορτοφαγικά τρόφιμα έχουν μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα από τα προϊόντα κρέατος και γαλακτοκομικών, η εγκατάσταση προσφέρει αυστηρά χορτοφαγικές (vegan) επιλογές. Το κριτήριο ανταποκρίνεται επίσης στην αυξανόμενη ζήτηση των επισκεπτών για εναλλακτικές επιλογές από το συνηθισμένο μενού κερατικών και γαλακτοκομικών προϊόντων.
Η εγκατάσταση προσφέρει τουλάχιστον 1 αυστηρά χορτοφαγικό ορεκτικό, 1 αυστηρά χορτοφαγικό κυρίως πιάτο, και 1 αυστηρά χορτοφαγικό επιδόρπιο. Αυτό ισχύει για όλα τα εσωτερικά διαχειριζόμενα εστιατόρια και μπουφέδες, και συνιστάται η εφαρμογή και στις καντίνες προσωπικού.
Οι αυστηρά χορτοφαγικές επιλογές πρέπει να επισημαίνονται σαφώς στο μενού ή στον μπουφέ με εικονίδια. Η εγκατάσταση υποχρεούται να υποβάλει φωτογραφία μενού ως αποδεικτικό συμμόρφωσης με αυτό το κριτήριο. Η ένδειξη γίνεται με την χρήση εικόνων ή άλλων εύκολα κατανοητών μέσων επικοινωνίας.
Συνιστάται η παροχή επιπλέον αυστηρά χορτοφαγικών πιάτων/επιλογών στον πρωινό μπουφέ.
Σημείωση εθνικής προσαρμογής: Στην Ολλανδία, η εγκατάσταση παρέχει τουλάχιστον 2 αυστηρά χορτοφαγικά ορεκτικά, 2 αυστηρά χορτοφαγικά κυρίως πιάτα, και 2 αυστηρά χορτοφαγικά επιδόρπια.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει ότι η εγκατάσταση προσφέρει τουλάχιστον 1 αυστηρά χορτοφαγικό ορεκτικό, 1 αυστηρά χορτοφαγικό κυρίως πιάτο και 1 αυστηρά χορτοφαγικό επιδόρπιο. Επιπλέον, ελέγχεται ότι τα πιάτα αυτά είναι σαφώς σημειωμένα σε όλα τα μενού και μπουφέδες των εσωτερικά διαχειριζόμενων εστιατορίων.
As vegan food has a smaller environmental footprint than meat-based and dairy-based food, the establishment offers vegan options. This criterion also addresses the growing demand by guests for alternatives to the regular meat, and dairy-based menus.
The establishment offers at least 1 vegan starter, 1 vegan main dish and 1 vegan desert. This applies to all internally managed restaurants and buffets (at least 1 vegan starter, 1 vegan main dish and 1 vegan desert), and it is recommended to apply it in staff canteens.
The vegan options are clearly indicated on the menu or by signs on the buffet, and the establishment is required to submit a photo of the menu to show conformity with this criterion. The indication is done by using icons or other easily understood means of communication.
It is encouraged to implement or offer additional vegan dishes on the breakfast buffet. Note on national adaptation: In NL, the establishment offers at least 2 vegan starters, 2 vegan main dishes, and 2 vegan desserts.
Αυθεντικά στοιχεία της τοπικής κουλτούρας ενσωματώνονται στη λειτουργία ή κατά την ανακαίνιση ή κατασκευή.
Για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και την υποστήριξη της κοινωνικής βιωσιμότητας, η εγκατάσταση ενσωματώνει αυθεντικά τοπικά υλικά, παραδόσεις και γνώσεις στις λειτουργίες της ή στις φυσικές της δομές. Αυτό ενισχύει την ταυτότητα της κοινότητας, σέβεται την τοπική κληρονομιά και διασφαλίζει ότι η ανάπτυξη ενισχύει, αντί να αποδυναμώνει τον πολιτιστικό ιστό του προορισμού.
Η εγκατάσταση ενσωματώνει κατάλληλες και βιώσιμες τοπικές πρακτικές και υλικά στη λειτουργία της ή κατά την ανακαίνιση ή κατασκευή. Έμφαση δίνεται στον σεβασμό και στην ενσωμάτωση αυθεντικών στοιχείων της παραδοσιακής ή σύγχρονης τοπικής κουλτούρας, της κοινωνικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς, της τοπικής χειροτεχνίας, της καλλιτεχνικής έκφρασης, και των σχεδιαστικών παραδόσεων που είναι χαρακτηριστικές της περιοχής.
Τόσο τα απτά στοιχεία (π.χ. υλικά, μέθοδοι κατασκευής) όσο και τα άυλα στοιχεία (π.χ. παραδοσιακή γνώση, πολιτιστική έκφραση) της κληρονομιάς είναι σημαντικά. Πρέπει να τηρείται η περιβαλλοντική βιωσιμότητα των εργασιών ανακαίνισης ή κατασκευής, χωρίς να χάνονται τα οφέλη που προκύπτουν για την πολιτιστική και κοινωνική κληρονομιά.
Η εγκατάσταση ενθαρρύνεται να συνεργάζεται και να αξιοποιεί την τοπική εκπαίδευση, γνώση και τεχνογνωσία, σχετικά με τη χρήση υλικών, τεχνολογιών και εργαλείων για βιώσιμες ανακαινίσεις ή κατασκευές. Όταν χρησιμοποιούνται πολιτιστικά στοιχεία, η εγκατάσταση ζητά επιβεβαίωση από τους αρμόδιους τοπικούς φορείς ή εμπειρογνώμονες ότι η χρήση αυτή είναι κατάλληλη και γίνεται με σεβασμό. Η εγκατάσταση συμμορφώνεται πάντα με την εθνική και τοπική νομοθεσία και κανονισμούς σχετικά με ανακαινίσεις ή την κατασκευή νέων κτιρίων.
Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη η ανθεκτικότητα των υλικών και των κατασκευαστικών έργων, διασφαλίζοντας ότι οι πρακτικές δεν σέβονται μόνο την κληρονομιά, αλλά ενισχύουν και την ανθεκτικότητα και την μακροχρόνια βιωσιμότητα. Ωστόσο, το συγκεκριμένο κριτήριο εστιάζει στις πολιτιστικές και κοινωνικές πτυχές βιωσιμότητας της φυσικής παρουσίας και των λειτουργικών πρακτικών της εγκατάστασης, ενώ η περιβαλλοντική βιωσιμότητα (π.χ. ενεργειακή απόδοση, εξοικονόμηση νερού) καλύπτεται ξεχωριστά.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• αποδεικτικά της συνάφειας των χρησιμοποιούμενων υλικών ή πρακτικών με την τοπική κουλτούρα και την κοινωνική ή πολιτιστική κληρονομιά
• αναφορές σε συνεργασία ή συζήτηση με τοπικούς ειδικούς, τεχνίτες, πολιτιστικούς οργανισμούς ή κοινοτικές ομάδες, όπου είναι εφαρμόσιμο
• φωτογραφίες, σχέδια, περιγραφές προμηθευτών ή γραπτές δηλώσεις που δείχνουν πώς η τοπική πολιτιστική κληρονομιά ή γνώση ενσωματώθηκε στη λειτουργία, τις ανακαινίσεις ή τα κατασκευαστικά έργα
• σύντομη δήλωση (π.χ. από την εγκατάσταση ή τους ειδικούς) που επιβεβαιώνει ότι τα πολιτιστικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν με κατάλληλο τρόπο και σεβασμό.
To safeguard cultural heritage and support social sustainability, the establishment integrates authentic local materials, traditions and knowledge into its operations or physical structures. This strengthens community identity, respects local heritage and ensures that development enhances rather than erodes the cultural fabric of the destination.
The establishment incorporates locally appropriate and sustainable practices and materials in its operations or in connection with refurbishments or construction works. The focus lies on respecting and integrating authentic aspects of traditional or contemporary local culture, social or cultural heritage, local craftsmanship, artistic expression, or regionally relevant design traditions.
Both tangible (e.g. materials, construction methods) and intangible (e.g. traditional knowledge, cultural expressions) heritage are valued, with special attention to balancing the environmental sustainability of refurbishment or construction works with the cultural and social heritage benefits.
The establishment is encouraged to involve and utilise local education, knowledge and expertise in relation to the use of materials, technologies and tools for sustainable refurbishment or construction. Where cultural expressions are used, the establishment seeks confirmation from appropriate local organisations or experts that the use is appropriate and respectful. The establishment always complies with national and local legislation and regulations in connection with refurbishment or construction of new buildings.
The resilience of materials and construction works is also considered, ensuring that practices not only respect heritage but also enhance durability and long-term sustainability. However, this criterion focuses on the cultural and social sustainability aspects of the establishment’s physical presence and operational practices, and environmental sustainability (e.g. energy efficiency, water conservation) is covered separately.
During the audit, the establishment presents:
- evidence of the relevance of the used material or practices for the local culture, social or cultural heritage;
- references to cooperation or consultation with local experts, craftspeople, cultural organisations, or community groups, where applicable;
- photos, design plans, supplier descriptions, or written statements showing how local cultural heritage or knowledge was incorporated into operations, refurbishments, or construction works; and
- a brief statement (e.g. from the establishment or consulted experts) confirming that cultural elements were used appropriately and respectfully.
The establishment does not use or accept child labour and ensures the protection of minors in employment.
Preventing child labour and protecting minors in the workplace are essential aspects of responsible business conduct and human rights due diligence. Ensuring that no children are employed and that young workers are safeguarded supports social sustainability, aligns with international labour conventions, and contributes to the protection and well-being of children in local communities.
The establishment ensures that no child under the age of 14 is employed and that any involvement of minors under the age of 18 in the workplace is strictly regulated, protective in nature and compliant with national and international child protection standards. The establishment furthermore ensures that no supplier using child labour is contracted.
The establishment therefore:
- refrains from the employment of children under the age of 14 under any circumstance;
- follows national legislation and, where it does not exist or is weaker than the criterion, complies with the UN Convention on the Rights of the Child and ILO Conventions No. 138 (Minimum Age) and No. 182 (Worst Forms of Child Labour); and
- respects children’s rights and protects children from all forms of exploitation, including sexual exploitation.
If persons under 18 are employed (e.g. through internships, apprenticeships, paid or unpaid positions), the establishment ensures that:
- written permission from a parent or legal guardian is obtained; or that there is a written agreement with the educational institution, specifying the nature of tasks, and work hours; and
- all applicable labour laws are followed, including those related to maximum working hours, minimum rest periods and breaks, days off and annual leave, compensation and insurance (if required). In the absence of national legislation, ILO Guidelines are followed.
During the audit, the establishment presents:
- a signed declaration confirming that no children under the age of 14 are employed. The visual inspection further confirms this; and
- guardian’s written consent or agreements with educational institutions (if applicable), records showing compliance with applicable labour laws for any individual under the age of 18 working at the establishment. The documents may be shown in anonymised form, but anonymisation is not required as no copies are collected; the check is purely visual.
Preventing child labour and protecting minors in the workplace are essential aspects of responsible business conduct and human rights due diligence. Ensuring that no children are employed and that young workers are safeguarded supports social sustainability, aligns with international labour conventions, and contributes to the protection and well-being of children in local communities.
The establishment ensures that no child under the age of 14 is employed and that any involvement of minors under the age of 18 in the workplace is strictly regulated, protective in nature and compliant with national and international child protection standards. The establishment furthermore ensures that no supplier using child labour is contracted.
The establishment therefore:
- refrains from the employment of children under the age of 14 under any circumstance;
- follows national legislation and, where it does not exist or is weaker than the criterion, complies with the UN Convention on the Rights of the Child and ILO Conventions No. 138 (Minimum Age) and No. 182 (Worst Forms of Child Labour); and
- respects children’s rights and protects children from all forms of exploitation, including sexual exploitation.
If persons under 18 are employed (e.g. through internships, apprenticeships, paid or unpaid positions), the establishment ensures that:
- written permission from a parent or legal guardian is obtained; or that there is a written agreement with the educational institution, specifying the nature of tasks, and work hours; and
- all applicable labour laws are followed, including those related to maximum working hours, minimum rest periods and breaks, days off and annual leave, compensation and insurance (if required). In the absence of national legislation, ILO Guidelines are followed.
During the audit, the establishment presents:
- a signed declaration confirming that no children under the age of 14 are employed. The visual inspection further confirms this; and
- guardian’s written consent or agreements with educational institutions (if applicable), records showing compliance with applicable labour laws for any individual under the age of 18 working at the establishment. The documents may be shown in anonymised form, but anonymisation is not required as no copies are collected; the check is purely visual.
Το πιστοποιητικό Green Key και πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα προβάλλονται σε ιδιαίτερα εμφανή και πολυσύχναστο χώρο.
Η προβολή του πιστοποιητικού Green Key και των τυποποιημένων πληροφοριών σε χώρους με υψηλή επισκεψιμότητα ισχυροποιεί την εμπιστοσύνη των επισκεπτών, ενδυναμώνει τη διαφάνεια και ενισχύει την προβολή του πιστοποιητικού Green Key ως συμβόλου βιωσιμότητας.
Η εγκατάσταση προβάλλει το πιστοποιητικό Green Key και το τυποποιημένο ενημερωτικό υλικό σχετικά με το πρόγραμμα σε χώρο με υψηλή επισκεψιμότητα και εύκολη πρόσβαση για τους επισκέπτες, όπως, ο χώρος υποδοχής ή η κύρια είσοδος. Επιπλέον αντίγραφα του πιστοποιητικού μπορούν να αναρτώνται σε εσωτερικούς χώρους προσωπικού, όπως το κυλικείο ή ο πίνακας ανακοινώσεων, για την ενίσχυση της εσωτερικής ενημέρωσης.
Οι τυποποιημένες πληροφορίες για το Green Key περιλαμβάνουν τα ίδια βασικά σημεία με το επίσημο πρότυπο που διατίθεται στην Εργαλειοθήκη του Green Key (Toolbox), ενώ επιτρέπεται η προσαρμογή του σχεδιασμού ώστε να ευθυγραμμίζεται με τις κατευθυντήριες γραμμές εταιρικής ταυτότητας της εγκατάστασης. Το λογότυπο Green Key, στη συμφωνημένη και επίσημα εγκεκριμένη μορφή του, προβάλλεται ως μέρος των πληροφοριών. Εάν περιλαμβάνεται πρόσθετο περιεχόμενο παράλληλα με τις τυποποιημένες πληροφορίες, η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι όλο το υλικό επικοινωνίας που σχετίζεται με τη βιωσιμότητα (έντυπο, προφορικό ή ψηφιακό) αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τις τρέχουσες πρακτικές και δεν υπερβάλλει σε ισχυρισμούς.
Πληροφορίες σχετικά με το Green Key μπορούν να διατίθενται σε επιπλέον σημεία επαφής με τους επισκέπτες, όπως οι κοινόχρηστοι χώροι (π.χ. χώρος υποδοχής, ανελκυστήρες), δωμάτια ή αίθουσες συναντήσεων, τηλεοπτικές ή ψηφιακές οθόνες, έντυπα φυλλάδια ή/και εφαρμογές για τους επισκέπτες.
Εάν το πιστοποιητικό Green Key της εγκατάστασης ανασταλεί, αποσυρθεί ή δεν ανανεωθεί, το πιστοποιητικό και οι σχετικές πληροφορίες για το Green Key απομακρύνονται άμεσα από δημόσια προβολή ώστε να αποφευχθεί παραπλανητική επικοινωνία.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει το σημείο όπου εκτίθεται το πιστοποιητικό Green Key για την τρέχουσα περίοδο πιστοποίησης και οι τυποποιημένες πληροφορίες, τα οποία πρέπει να βρίσκονται σε εμφανή, ευδιάκριτο και προσβάσιμο από τους επισκέπτες χώρο. Ελέγχεται ότι το πιστοποιητικό είναι επικαιροποιημένο και σε καλή κατάσταση (π.χ. δεν είναι ξεθωριασμένο ή φθαρμένο).
Ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει ότι οι προβαλλόμενες πληροφορίες αντιστοιχούν στο επίσημο περιεχόμενο που παρέχεται μέσω της Εργαλειοθήκης του Green Key, είναι ευδιάκριτες και προσβάσιμες. Σε περίπτωση που η εγκατάσταση έχει προσθέσει επιπλέον πληροφορίες, ο επιθεωρητής ελέγχει ότι οι ισχυρισμοί είναι αντικειμενικοί και ότι περιλαμβάνονται μόνο όσα εφαρμόζονται τη συγκεκριμένη περίοδο στη μονάδα.
Ειδικά για αιτούντες για πρώτη φορά, η εγκατάσταση παρουσιάζει γραπτό προσχέδιο των τυποποιημένων πληροφοριών και υποδεικνύει το προτεινόμενο σημείο μελλοντικής προβολής του πιστοποιητικού και των πληροφοριών.
Displaying the Green Key certificate and standard information in highly frequented areas helps build guest trust, reinforces transparency and strengthens the visibility of the Green Key certificate as a symbol of sustainability.
The establishment displays the Green Key certificate and standard information material about the programme in a highly frequented and guest-accessible area, such as the reception desk or main entrance. Additional copies of the certificate may be displayed in internal staff areas, such as the canteen or notice board, to promote internal awareness.
The standard information about Green Key contains the same key points as the official template available in the Green Key Toolbox, while allowing for adaptation of design to fit with the establishment's branding guidelines. The Green Key logo, in the shared and officially approved format, is displayed as part of the information. If additional content is included alongside the standard information, the establishment ensures that all sustainability-related communication materials (whether printed, spoken, or digital) accurately reflect current practices and do not exaggerate claims.
Information about Green Key may also be made available at additional guest touchpoints, including public areas (e.g. lobby, lifts), guest or meeting rooms, TV monitors, digital screens, printed brochures and/or guest apps.
If the establishment’s Green Key certificate is suspended, withdrawn or not renewed, the certificate and information about Green Key are removed immediately from public display to prevent misleading communication.
During the audit, the establishment presents the location where the Green Key certificate for the current certification period and the standard information are displayed in a prominent, clearly visible and guest-accessible area. It is checked that the display is up-to-date and in good condition (e.g. not faded or damaged).
The auditor confirms that the displayed information matches the official content provided through the Green Key Toolbox, is clearly visible and accessible. In case the establishment has included additional information, the auditor checks that the claims are objective and that it only includes what is currently implemented at the site level.
In specific circumstances, for first-time applicants, the establishment presents a written draft of the standard information and indicates the proposed location for future display of the certificate and information.
Πρόσφατα αγορασμένα πλυντήρια πιάτων και ρούχων είναι αποδοτικά σε χρήση νερού.
Τα πλυντήρια πιάτων και ρούχων αποτελούν σημαντική πηγή κατανάλωσης νερού στις εγκαταστάσεις φιλοξενίας. Η διασφάλιση ότι όλα τα πρόσφατα αγορασμένα μοντέλα είναι αποδοτικά, μειώνει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τα λειτουργικά κόστη, ενώ υποστηρίζει τη βιώσιμη προμήθεια.
Τα πλυντήρια πιάτων και ρούχων που έχουν αγοραστεί εντός των τελευταίων 24 μηνών (για υποψήφιους που επανυποβάλουν αίτηση) ή εντός των τελευταίων 6 μηνών (για αιτούντες για πρώτη φορά) πληρούν τις απαιτήσεις χαμηλής κατανάλωσης νερού όπως αναφέρονται παρακάτω, ανάλογα με τον τύπο της συσκευής:
Για πλυντήρια πιάτων:
• Επαγγελματικά πλυντήρια με κάλυμμα/πρόσοψη ή τύπου τούνελ δεν υπερβαίνουν τα 3,5 λίτρα (ή 0,92 US gallons) ανά καλάθι. Όπου διατίθενται μόνο δεδομένα κατανάλωσης ανά πρόγραμμα, η εγκατάσταση αποδεικνύει ότι η μέση κατανάλωση δεν υπερβαίνει τα 3,5 λίτρα ανά καλάθι.
• Οικιακά ή μικρότερα πλυντήρια αποδεικνύουν χαμηλή κατανάλωση νερού ανά κύκλο, υποστηριζόμενη από αναγνωρισμένα διεθνή ή εθνικά πρότυπα (π.χ. ανήκουν σε μία από τις δύο υψηλότερες κλάσεις απόδοσης στην αγορά, με αντίστοιχα αποδεκτά διεθνή πρότυπα όπως η κλάση αποδοτικότητας νερού της ΕΕ, τα όρια αποδοτικότητας νερού Energy Star ή άλλα εθνικά/περιφερειακά σήματα αποδοτικότητας).
Για πλυντήρια ρούχων:
• Επαγγελματικά ή εμπορικά μηχανήματα δεν υπερβαίνουν τα 7 l/kg ρούχων. Όπου τα μοντέλα που πληρούν αυτό το όριο δεν είναι εύκολα διαθέσιμα στην αγορά, χρησιμοποιείται το πιο αυστηρό τοπικό όριο αποδοτικότητας.
• Οικιακά ή μικρότερα πλυντήρια αποδεικνύουν χαμηλή κατανάλωση νερού ανά κύκλο, υποστηριζόμενη από αναγνωρισμένα εθνικά ή διεθνή πρότυπα (π.χ. ανήκουν σε μία από τις δύο υψηλότερες κλάσεις στην αγορά, με αντίστοιχα διεθνή πρότυπα όπως η κατανάλωση νερού ανά κύκλο της ΕΕ για το πρόγραμμα Eco 40–60, τα όρια αποδοτικότητας νερού Energy Star ή άλλα εθνικά/περιφερειακά σήματα). Όπου διατίθενται δεδομένα με λίτρα-ανά-κιλό, η εγκατάσταση αποδεικνύει ότι η απόδοση είναι ισοδύναμη με αυτά τα μοντέλα υψηλής αποδοτικότητας ή τα σχετικά σήματα.
Η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι ο τύπος και η χωρητικότητα της συσκευής ταιριάζουν με την κλίμακα λειτουργίας της εγκατάστασης. Για παράδειγμα, οι επαγγελματικές κουζίνες χρησιμοποιούν επαγγελματικά πλυντήρια, ενώ μικρότερες κουζίνες, διαμερίσματα ή καταστάσεις χαμηλής χρήσης (π.χ. μπαρ με ελάχιστο πλύσιμο πιάτων ή πλύσιμο μόνο στολών) μπορούν να χρησιμοποιούν οικιακές συσκευές εφόσον πληρούν τα όρια αποδοτικότητας εξοικονόμησης νερού.
Η σωστή χρήση και συντήρηση του εξοπλισμού (σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή) διασφαλίζεται για τη διατήρηση της προβλεπόμενης αποδοτικότητας εξοικονόμησης νερού και της μακροζωίας του εξοπλισμού.
Το κριτήριο αυτό εφαρμόζεται σε όλους τους σχετικούς χώρους της εγκατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των κοινών κουζινών/χώρων πλυντηρίων και διαμερισμάτων.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• Λίστα συσκευών που αγοράστηκαν εντός των τελευταίων 24 μηνών (για υποψήφιους που επανυποβάλουν αίτηση) ή 6 μηνών (για αιτούντες για πρώτη φορά)
• Αντίστοιχες προδιαγραφές κατανάλωσης νερού (π.χ. τεχνικές προδιαγραφές, βαθμολογίες/σήματα αποδοτικότητας ή δεδομένα προμηθευτή που δείχνουν λίτρα ανά κύκλο ή ανά κιλό ασπρόρουχων).
Dishwashers and laundry machines are a major source of water consumption in hospitality operations. Ensuring that all newly purchased models are efficient reduces environmental impact and operating costs, while supporting sustainable procurement.
Dishwashers and laundry machines purchased within the past 24 months (for re-applicants) or within the past 6 months (for first-time applicants) meet low-water consumption requirements as listed below, according to appliance type.
For dishwashers:
- professional cover or tunnel dishwashers do not exceed 3.5 litres (or 0.92 US gallons) per basket. Where only programme-level consumption data are available, the establishment demonstrates that average consumption does not exceed 3.5 litres per basket equivalent; and
- domestic or smaller dishwashers demonstrate low water use per cycle, supported by recognised international or national standards (e.g. among one of the 2 highest efficiency classes/ratings available on the market, with equivalent international standards accepted such as EU Energy Label water efficiency class, Energy Star water efficiency thresholds, or other national/regional efficiency labels).
For laundry machines:
- professional or commercial machines do not exceed 7 l/kg linen. Where models meeting this threshold are not reasonably available on the market, the most stringent efficiency threshold available locally is met; and
- domestic or smaller machines demonstrate low water use per cycle, supported by recognised national or international standards (e.g. among one of the 2 highest efficiency classes/ratings available on the market, with equivalent international standards accepted such as EU Energy Label water consumption per cycle for the Eco 40–60 programme, Energy Star water efficiency thresholds, or other national/regional efficiency labels). Where litres-per-kilogram data are available, the establishment demonstrates that performance is equivalent to these high-efficiency models or labels.
The establishment ensures that the appliance type and capacity match the operational scale of the establishment. For example, professional kitchens use commercial-grade dishwashers, while smaller kitchens, apartments, or low-usage situations (e.g. bars with minimal dishwashing or handling only uniforms) may justify domestic appliances if they meet the water efficiency thresholds.
Proper use and maintenance of the equipment (as per the manufacturer’s instructions) is ensured to maintain the intended water efficiency and longevity of the equipment.
This criterion applies to all relevant areas of the establishment, including common kitchen/laundry areas and apartments.
During the audit, the establishment presents:
- a list of appliances purchased within the past 24 months (for re-applicants) or within the past 6 months (for first-time applicants); and
- corresponding water consumption specifications (e.g. technical specifications, efficiency ratings/labels or supplier data showing litres per cycle or per kg linen).
Διενεργείται εξωτερικός ενεργειακός έλεγχος τουλάχιστον μία φορά κάθε 6 έτη.
Η τακτική διενέργεια εξωτερικών ενεργειακών ελέγχων παρέχει ολοκληρωμένη κατανόηση του τρόπου (που και πώς) με τον οποίο καταναλώνεται η ενέργεια στην εγκατάσταση, υποστηρίζοντας τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων για μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας.
Η εγκατάσταση πραγματοποιεί εξωτερικό ενεργειακό έλεγχο τουλάχιστον μία φορά κάθε 6 έτη. Ο ενεργειακός έλεγχος αποσκοπεί στη μείωση της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας και στην αύξηση του ποσοστού ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που χρησιμοποιούνται.
Ο έλεγχος πραγματοποιείται από εξωτερικό εξειδικευμένο επαγγελματία, όπως ανεξάρτητο ενεργειακό σύμβουλο ή επαγγελματία σύμβουλο από τις τοπικές ή εθνικές αρχές. Ένα ενεργειακό πιστοποιητικό ή δήλωση μόνο, δεν καλύπτει τις απαιτήσεις αυτού του κριτηρίου.
Ο ενεργειακός έλεγχος εντοπίζει περιοχές υψηλής κατανάλωσης ενέργειας στην εγκατάσταση. Η έκθεση του ελέγχου περιλαμβάνει επίσης συμβουλές και σχέδιο δράσης με εισηγήσεις για μειώσεις κατανάλωσης ενέργειας, καθώς και τα εκτιμώμενα αποτελέσματα, το οικονομικό κόστος και την αναμενόμενη χρονική περίοδο απόσβεσης τέτοιων παρεμβάσεων. Συνιστάται επίσης, να συμπεριληφθεί στον έλεγχο θερμογραφική έρευνα για τον εντοπισμό διαφορών θερμοκρασίας στις επιφάνειες των κτιρίων, και τον εντοπισμό συγκεκριμένων περιοχών όπου η ενέργεια χάνεται (π.χ. μέσα από ανεπαρκώς μονωμένους τοίχους, παράθυρα, πόρτες, στέγες ή γύρω από συστήματα HVAC).
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την έκθεση του ενεργειακού ελέγχου που έχει πραγματοποιηθεί εντός των τελευταίων 6 ετών.
Σε ειδικές περιπτώσεις, όπου η εγκατάσταση βρίσκεται εντός μεγαλύτερου κτιρίου και έχει περιορισμένη επιρροή σε κοινές υποδομές, ο έλεγχος μπορεί να περιορίζεται στις καταναλώσεις ενέργειας και στα συστήματα εντός της λειτουργικής περιοχής της εγκατάστασης.
Conducting regular external energy audits provides a comprehensive understanding of where and how energy is consumed within the establishment, thus supporting informed decision-making for energy-saving measures.
The establishment conducts an external energy audit at least once every 6 years. The energy audit aims at reducing the overall amount of energy consumed in the establishment as well as increasing the percentage of renewable energy sources used.
The energy audit is carried out by an external qualified professional, such as an independent energy consultant or a professional advisor from local or national authorities. An energy certificate or declaration alone does not fulfil the requirements of this criterion.
The energy audit identifies areas with significant energy consumption in the establishment. The audit report also includes advice and an action plan with suggestions for reduction in energy consumption, the estimated effects, financial cost and expected payback period of such interventions. It is also highly recommended to include in the audit a thermographic survey, to detect temperature differences on the surfaces of buildings and identify specific areas where energy is being lost (e.g. through poorly insulated walls, windows, doors, roofs, or around HVAC systems).
During the audit, the establishment presents the report from the energy audit carried out within the last 6 years.
In specific circumstances, where the establishment is located within a larger building and the has limited influence over shared infrastructure, the audit may be limited to the energy consumption and systems within the establishment’s operational area.
Όλες τα διαχωρισμένα ρεύματα αποβλήτων υπόκεινται σε ξεχωριστή διαχείριση από τις τοπικές ή εθνικές υποδομές διαχείρισης αποβλήτων, από ιδιωτικό φορέα ή στις υποδομές της ίδιας της εγκατάστασης.
Η σωστή διαχείριση των διαχωρισμένων αποβλήτων (όπως η διατήρηση της καθαρότητας των υλικών και η αποφυγή επιμόλυνσης), ως μέρος του κριτηρίου 5.1, είναι απαραίτητη για υψηλής ποιότητας ανακύκλωση και υποστηρίζει τις αρχές της κυκλικής οικονομίας.
Η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι όλα τα διαχωρισμένα ρεύματα αποβλήτων υπόκεινται σε ξεχωριστή και σωστή διαχείριση μετά τη συλλογή. Η ακόλουθη διαχείριση αποβλήτων περιλαμβάνει (όπου ενδείκνυται) περαιτέρω διαχωρισμό, ανακύκλωση και διάθεση και εφαρμόζεται ανάλογα με το είδος των αποβλήτων.
Για τη συλλογή και ακόλουθη διαχείριση των διαχωρισμένων αποβλήτων, η εγκατάσταση μπορεί να συνάπτει συμφωνία με δημόσιες εθνικές/τοπικές αρχές διαχείρισης αποβλήτων ή/και ιδιωτικές εταιρείες. Η εγκατάσταση μπορεί επίσης να διαθέτει δικές της υποδομές για την επεξεργασία ορισμένων ειδών αποβλήτων (π.χ. κομποστοποίηση οργανικών ή κηπευτικών αποβλήτων, βλέπε κριτήριο 5.7) ή να χρησιμοποιεί εξοπλισμό για τη μείωση του όγκου των αποβλήτων πριν τη συλλογή, όπως συμπιεστές χαρτονιού.
Εάν τα απόβλητα υπόκεινται σε διαχείριση από δημόσιο φορέα, παρέχονται τιμολόγια ή συμβάσεις που αποδεικνύουν ότι τα ρεύματα αποβλήτων συλλέγονται και μεταφέρονται ξεχωριστά από τον φορέα αυτό. Εάν τα απόβλητα υπόκεινται σε διαχείριση από ιδιωτική εταιρεία, παρέχονται τιμολόγια μαζί με ένα από τα ακόλουθα έγγραφα:
α) σύμβαση που επιβεβαιώνει ότι τα ρεύματα αποβλήτων συλλέγονται και μεταφέρονται ξεχωριστά για περαιτέρω διαχείριση, ή
β) γραπτή βεβαίωση από τον ιδιωτικό φορέα διαχείρισης αποβλήτων ότι τα απόβλητα συλλέγονται και υπόκεινται σε διαχείριση, σύμφωνα με περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα.
Εάν η εγκατάσταση επεξεργάζεται τα απόβλητα στον χώρο της, πρέπει να συμμορφώνεται με την ισχύουσα νομοθεσία. Όπου συγκεκριμένες απαιτήσεις δεν καλύπτονται από τη νομοθεσία, η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι:
• έχει πραγματοποιηθεί εκτίμηση κινδύνου που επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν αρνητικές περιβαλλοντικές ή υγειονομικές επιπτώσεις και
• τα απόβλητα πράγματι ανακυκλώνονται ή επεξεργάζονται κατάλληλα.
Η ευθύνη για τη διασφάλιση ότι τα απόβλητα συλλέγονται και μεταφέρονται ξεχωριστά, ισχύει επίσης για οποιοδήποτε είδος αποβλήτων αποστέλλεται στο εξωτερικό, είτε από το σημείο δημιουργίας στην εγκατάσταση, είτε μέσω μίας υποδομής διαχείρισης αποβλήτων.
Σε περιπτώσεις όπου οι επιλογές διαχείρισης αποβλήτων είναι περιορισμένες (λόγω της τοποθεσίας της εγκατάστασης ή έλλειψης τοπικών υποδομών), και εφόσον δεν απαγορεύεται από τη νομοθεσία, συνιστάται η εγκατάσταση να διερευνά εναλλακτικές λύσεις, όπως επεξεργασία στον χώρο της, συνεργασία με ιδιώτες ή συνεργασίες με άλλους οργανισμούς για την ανάπτυξη κοινών συστημάτων διαχείρισης αποβλήτων. Για συνεργασίες με ιδιώτες ή άλλους οργανισμούς, η εγκατάσταση συνάπτει συμφωνία που κατοχυρώνει τα δικαιώματα των εμπλεκομένων μερών, και περιλαμβάνει οικονομικές αποζημιώσεις/συμφωνίες, τεκμηρίωση που εξηγεί τον τρόπο χρήσης των συλλεγόμενων αποβλήτων, καθώς και άλλους θεσμικούς κανόνες της συνεργασίας.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι όλα τα ρεύματα αποβλήτων συλλέγονται και μεταφέρονται ξεχωριστά και, όπου είναι εφαρμόσιμο, υφίστανται κατάλληλη επεξεργασία. Ανάλογα με το είδος της διαχείρισης αποβλήτων, ο επιθεωρητής επαληθεύει τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία:
α) Για απόβλητα που συλλέγονται από δημόσιο φορέα: παρέχονται τιμολόγια ή συμβάσεις των τελευταίων 24 μηνών (για τους υποψηφίους που επανυποβάλουν αίτηση) ή 6 μηνών (για τους αιτούντες για πρώτη φορά), που αποδεικνύουν ότι τα ξεχωριστά ρεύματα αποβλήτων συλλέγονται και μεταφέρονται ξεχωριστά·
β) Για απόβλητα που συλλέγονται από ιδιωτικό φορέα: παρέχεται τιμολόγιο, και επιπλέον, μία σύμβαση που επιβεβαιώνει ξεχωριστή συλλογή και μεταφορά για περαιτέρω επεξεργασία, ή μία γραπτή βεβαίωση από τον ιδιωτικό φορέα διαχείρισης αποβλήτων, ότι τα απόβλητα συλλέγονται και υπόκεινται σε διαχείριση σύμφωνα με περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα, κατά τους τελευταίους 24 μήνες (για τους υποψηφίους που επανυποβάλουν αίτηση) ή 6 μήνες (για τους αιτούντες για πρώτη φορά) ή
γ) Για απόβλητα που επεξεργάζονται στον χώρο της εγκατάστασης: εκτίμηση κινδύνου που επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν αρνητικές περιβαλλοντικές ή υγειονομικές επιπτώσεις, και έγγραφα που αποδεικνύουν ότι τα απόβλητα ανακυκλώνονται ή επεξεργάζονται σωστά (π.χ. Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας, διαδικασίες κομποστοποίησης). Οι υποδομές επίσης επιθεωρούνται οπτικά κατά την επιθεώρηση.
Η επιθεώρηση των κάδων επιβεβαιώνει ότι η συχνότητα συλλογής και ο αριθμός των κάδων επαρκούν για την συλλογή ολόκληρου του όγκου των διαχωρισμένων αποβλήτων. (π.χ. εάν παρατηρηθούν υπερχειλισμένοι κάδοι, η συχνότητα συλλογής ή ο αριθμός των κάδων πρέπει να ρυθμιστούν).
The correct handling of separated waste (such as maintaining material purity and avoiding contamination) as part of criterion 5.1 is essential for high-quality recycling and supports circular economy principles.
The establishment ensures that all waste categories separated on-site are handled individually and appropriately after collection. The subsequent waste handling includes, (where appropriate) further sorting/separation, recycling, and disposal, and is managed appropriately to the corresponding waste category.
For the collection and subsequent handling of separated waste, the establishment may enter into an agreement with public national/local waste management authorities and/or private companies. The establishment may also have its own facilities for treating certain types of separated waste (e.g. composting organic or garden waste, see criterion 5.7) or use equipment to reduce the volume of waste before collection, such as cardboard compactors.
If the waste is managed by a public entity, invoices or contracts showing that waste categories are collected and transported separately by this entity are provided. If the waste is managed by a private company, invoices are provided together with 1 of the following documents:
- a contract confirming that the waste categories are collected and transported separately for further handling; or
- a written confirmation from the private waste handling entity that the waste is collected and managed in accordance with environmental and health standards.
If the establishment treats the waste on-site, it must comply with all applicable legislation. Where specific requirements are not covered by law, the establishment ensures that:
- a risk assessment has been carried out to confirm there are no adverse environmental or health impacts; and
- the waste is indeed being recycled or processed appropriately.
The responsibility of ensuring that waste is being collected and transported separately also applies to any waste that is shipped abroad, whether from the point of creation at the establishment or via a waste handling facility.
In cases, where waste management options are limited (due to the location of the property or a lack of local infrastructure) and unless this is prohibited by law, it is recommended that the establishment explores alternative solutions, such as on-site treatment, collaboration with private individuals for pickup, or partnerships with other organisations to develop joint waste handling system. For collaborations with private individuals or other organisations, the establishment creates an agreement that formalises rights of the parties involved and includes financial reimbursements/agreements, documentation explaining how the collected waste is used and any other structural regulations of the cooperation.
During the audit, the establishment presents evidence confirming that all waste categories are collected and transported separately, and, where applicable, treated appropriately. Depending on the type of waste handling arrangement, the auditor verifies the following evidence:
- For waste collected by a public entity: invoices or contracts from the past 24 months (for re-applicants) or 6 months (for first-time applicants), showing that the separated waste categories are collected and transported separately are provided;
- For waste collected by a private entity: an invoice, and either a contract confirming that the waste categories are collected and transported separately for further handling, or a written confirmation from the private waste handling entity that the waste is collected and managed in accordance with environmental and health standards from the past 24 months (for re-applicants) or 6 months (for first-time applicants) are provided; or
- For waste treated on-site by the establishment: a risk assessment confirming that there are no adverse environmental or health impacts, and documentation showing that the waste is recycled or processed appropriately (e.g. Standard Operating Procedure (SOP), composting procedures) are provided. The facilities are furthermore visually inspected during the audit.
A visual inspection of the bins confirms that the collection frequency and the number of containers is sufficient to collect the entire volume of sorted waste (e.g. if overflowing containers are observed, the collection frequency or the number of containers must be adjusted).
Τουλάχιστον 1 κατηγορία πρόσφατα αγορασμένων ή ενοικιαζόμενων υφασμάτινων ειδών είναι κοινωνικά ή περιβαλλοντικά πιστοποιημένη.
Τα υφάσματα αποτελούν μία από τις κατηγορίες προϊόντων που απαιτεί πολλούς πόρους στον τομέα της φιλοξενίας, με σημαντικές επιπτώσεις από την καλλιέργεια ινών, τη χρήση χημικών, την κατανάλωση νερού και ενέργειας και τις εργασιακές πρακτικές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Με την προμήθεια υφασμάτων που φέρουν αναγνωρισμένες περιβαλλοντικές ή κοινωνικές πιστοποιήσεις, οι εγκαταστάσεις μειώνουν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα, προάγουν δίκαιες συνθήκες εργασίας και διασφαλίζουν πιο υπεύθυνη παραγωγή και χρήση.
Η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι τουλάχιστον 1 κατηγορία υφασμάτινων προϊόντων (π.χ. πετσέτες, σεντόνια, μαξιλαροθήκες, παπλωματοθήκες, τραπεζομάντιλα, υφασμάτινες πετσέτες φαγητού, στολές καθαριότητας, στολές κουζίνας/F&B, στολές υποδοχής, κουρτίνες, άλλα υφασμάτινα προϊόντα) που αγοράστηκαν ή ενοικιάστηκαν κατά τους τελευταίους 24 μήνες (για τους υποψηφίους που επανυποβάλουν αίτηση) ή 6 μήνες (για τους αιτούντες για πρώτη φορά) φέρουν διεθνώς ή εθνικά αναγνωρισμένη πιστοποίηση προϊόντος που αφορά σε περιβαλλοντικές ή κοινωνικές πτυχές βιωσιμότητας.
Οι πιστοποιήσεις αφορούν στα ίδια τα υφασμάτινα προϊόντα (όχι μόνο στο εργοστάσιο ή την εγκατάσταση παραγωγής) και καλύπτουν 1 ή περισσότερες από τις ακόλουθες πτυχές:
α) πρώτη ύλη (π.χ. βιολογική, ανακυκλωμένη, δίκαιο εμπόριο)
β) διαδικασία παραγωγής (π.χ. μειωμένη χρήση ενέργειας ή χημικών)
γ) συνθήκες εργασίας (π.χ. ηθικά εργασιακά πρότυπα)
Στο πλαίσιο της υπεύθυνης διαχείρισης υφασμάτων, η εγκατάσταση λαμβάνει υπόψη τον πλήρη κύκλο ζωής των υφασμάτων: προμήθεια (π.χ. υψηλή ποιότητα και μεγάλη διάρκεια ζωής), φάση χρήσης (π.χ. αντοχή στο πλύσιμο, αποβολή ινών) και επιλογές κατά το τέλος της ζωής τους (π.χ. δυνατότητα εύκολης ανακύκλωσης όπου υπάρχουν τοπικές επιλογές). Η εγκατάσταση αποφεύγει επίσης υφάσματα που έχουν υποστεί επιβλαβείς χημικές επεξεργασίες (π.χ. επιβραδυντικά φλόγας), εκτός εάν αυτό απαιτείται από τη νομοθεσία. Όπου απαιτείται τέτοια επεξεργασία, προτιμώνται ίνες εγγενώς ανθεκτικές στη φωτιά ή πιστοποιημένες επεξεργασίες χαμηλού περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Τα μεταχειρισμένα, ανακαινισμένα ή επαναχρησιμοποιημένα υφάσματα γίνονται επίσης αποδεκτά, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ασφαλή, κατάλληλα για χρήση και δεν αυξάνουν τις μακροπρόθεσμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Σε περίπτωση που η εγκατάσταση διαθέτει έγκυρη σύμβαση μίσθωσης ή παροχής υπηρεσιών για υφασμάτινα είδη, που είχε συναφθεί πριν από την εισαγωγή του παρόντος κριτηρίου, το κριτήριο αυτό θεωρείται κατευθυντήριο (Κ) έως τη λήξη της σύμβασης, και το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027. Με την ανανέωση της σύμβασης, και σε κάθε περίπτωση από την 1η Ιανουαρίου 2028, τα υφασμάτινα είδη που αγοράζονται ή μισθώνονται πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κριτηρίου.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει αρχεία αγοράς ή ενοικίασης των τελευταίων 24 ή 6 μηνών (ανάλογα με το έτος πιστοποίησης), που αποδεικνύουν ότι τουλάχιστον 1 κατηγορία υφασμάτινων προϊόντων φέρει αποδεκτή πιστοποίηση.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιλέγει τυχαίο δείγμα 3 υφασμάτινων αντικειμένων από τη σχετική κατηγορία και επιβεβαιώνει ότι οι αντίστοιχες πιστοποιήσεις υπάρχουν στα επιλεγμένα αντικείμενα (μεθοδολογία Γ).
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, εάν η εγκατάσταση διαθέτει έγκυρη σύμβαση ενοικίασης υφασμάτινων ειδών ή παροχής υπηρεσιών που είχε συναφθεί πριν από την εισαγωγή του παρόντος κριτηρίου, η εγκατάσταση προσκομίζει τη σύμβαση, την ημερομηνία έναρξής της και τη διάρκεια ισχύος της.
Textiles are among the most resource-intensive product groups in hospitality, with high impacts from fibre cultivation, chemical use, water and energy consumption and labour practices in supply chains. By sourcing textiles with recognised environmental or social certifications, establishments reduce their footprint, promote fair labour and ensure more responsible production and use.
The establishment ensures that at least 1 product category of textiles (e.g. towels, bed sheets, pillowcases, duvet covers, tablecloths, textile napkins, housekeeping uniforms, kitchen/Food & Beverage (F&B) uniforms, front-of-house uniforms, curtains, other textile products) purchased or rented in the last 24 months (for re-applicants) or 6 months (for first-time applicants) carries an internationally or nationally recognised product certification that addresses either environmental or social sustainability aspects.
Certifications apply to the textile products themselves (not only to the factory or production site) and cover 1 or more of the following aspects:
- raw material (e.g. organic, recycled, fair trade);
- production process (e.g. reduced energy or chemical use); and/or
- working conditions (e.g. ethical labour standards).
As part of responsible textile management, the establishment considers the full life cycle of textiles: sourcing (e.g. high quality and long-lasting), use phase (e.g. wash durability, shedding) and end-of-life options (e.g. easily recyclable where end-of-life options exist locally). The establishment also avoids textiles treated with harmful chemical finishes (e.g. flame retardants), unless these are legally required. Where such treatment is required, inherently fire-retardant fibres or certified low-impact treatments are favoured.
Second-hand, refurbished, or repurposed textiles are also accepted for this requirement, provided they are safe, fit-for-purpose, and do not increase long-term environmental impacts.
During the audit, the establishment presents purchase or rental records from the past 24 or 6 months (depending on certification year) demonstrating that at least 1 product category of textiles carries an accepted certification.
During the visual inspection, the auditor selects a random sample of 3 textile items from the concerned textile category and confirms that the corresponding certifications are present on the items selected (methodology C).
Τα σεντόνια και οι πετσέτες δεν αλλάζονται καθημερινά ως προεπιλογή και οι πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες αλλαγής εμφανίζονται με σαφήνεια στα δωμάτια των επισκεπτών.
Οι συχνές αλλαγές σεντονιών και πετσετών, καθώς και ο καθαρισμός, οδηγούν σε υπερβολική κατανάλωση νερού, ενέργειας και απορρυπαντικών, επιβαρύνοντας το περιβάλλον. Ενημερώνοντας τους επισκέπτες, οι εγκαταστάσεις μπορούν να μειώσουν το περιττό πλύσιμο, σεβόμενα ταυτόχρονα τις προτιμήσεις των επισκεπτών.
Υπάρχει σημείωμα στο μπάνιο σχετικά με την αλλαγή πετσετών κατόπιν αιτήματος και στο υπνοδωμάτιο σχετικά με την αλλαγή σεντονιών κατόπιν αιτήματος. Τα σημειώματα αυτά ενημερώνουν τους επισκέπτες ότι τα σεντόνια και οι πετσέτες δεν αλλάζονται καθημερινά ως προεπιλογή, αλλά ότι ακολουθούν ένα πρόγραμμα μειωμένων αλλαγών (π.χ. κάθε τρίτη νύχτα) ή αλλάζονται μόνο κατόπιν αιτήματος του επισκέπτη.
Οι επισκέπτες ενημερώνονται ότι μπορούν να ζητήσουν πιο συχνή ή λιγότερο συχνή αλλαγή από το καθορισμένη διαδικασία, επικοινωνώντας με το τμήμα υποδοχής ή μέσω της διαθέσιμης μεθόδου επικοινωνίας. Η πληροφορία μπορεί να παρουσιάζεται και με άλλους τρόπους στα δωμάτια, όπως στην οθόνη τηλεόρασης, σε φάκελο πληροφοριών επισκέπτη ή μέσω QR code κ.λπ.
Οι αιτούντες για πρώτη φορά καλούνται επιπλέον να παρουσιάσουν το προσχέδιο αυτού του κειμένου κατά τη διαδικασία αίτησης.
Για να διασφαλιστεί ότι οι επισκέπτες ενημερώνονται με σαφήνεια και εγκαίρως, η εγκατάσταση ενθαρρύνεται να παρέχει αυτές τις πληροφορίες και κατά την κράτηση, κατά το check-in ή/και μέσω επικοινωνίας πριν την άφιξη. Η εγκατάσταση μπορεί επίσης να ρωτά ενεργά τους επισκέπτες κατά το check-in, σχετικά με τις προτιμήσεις τους για την αλλαγή σεντονιών και πετσετών.
Επιπλέον, συνιστάται τα κρεβάτια να στρώνονται και οι πετσέτες να παρέχονται μόνο για τον αριθμό των επισκεπτών της κράτησης (π.χ. ένα μονό δωμάτιο να προετοιμάζεται για 1 άτομο).
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής εξετάζει τα σημειώματα/πληροφορίες σχετικά με την αλλαγή σεντονιών και πετσετών στα δωμάτια των επισκεπτών.
Frequent bed linen and towel changes and cleaning result in excessive water, energy and detergent use, contributing to environmental degradation. By informing guests the establishments can reduce unnecessary laundering while respecting guest preferences.
There is a sign displayed in the bathroom regarding the change upon request of towels and in the bedroom regarding the change upon request of bed linen. The signs inform guests that bed linen and towels are not changed daily by default but that they follow a reduced-change routine (e.g. every third night) or are changed only upon guest request. Guests are informed that they may request a more or less frequent change than the standard procedure by contacting reception or using the available communication method. The information may alternatively be presented in other ways in the guest rooms, e.g. the TV monitor, guest binder, or QR-code, etc. First-time applicants are furthermore asked to present the draft of this text during the application process.
To ensure guests are clearly and timely informed, the establishment is encouraged to also provide this information at the time of booking, during check-in and/or via pre-arrival communication. The establishment can also actively ask the guests during check-in about their preferences concerning the change of bed linen and towels.
Additionally, it is highly recommended that beds are made, and towels are provided only for the number of guests booked (e.g. a single room should be prepared for 1 person).
Οι επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και το περιβάλλον αξιολογούνται και αντιμετωπίζονται πριν από οποιαδήποτε νέα ανάπτυξη, επέκταση ή σημαντικό κατασκευαστικό/ανακαινιστικό έργο.
Για την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της χρήσης γης και την υποστήριξη της βιοποικιλότητας, των υγιών εδαφών και των φυσικών κύκλων νερού, η εγκατάσταση διασφαλίζει ότι τόσο οι νέες κατασκευές, όσο και τα έργα ανακαίνισης, σχεδιάζονται και υλοποιούνται, λαμβάνοντας υπόψη τα τοπικά οικοσυστήματα, την οικολογική συνέχεια (αρχές πράσινων, μπλε και καφέ υποδομών, όπου αναγνωρίζεται ο ρόλος της διαφύλαξης της εδαφικής συνέχειας στη διατήρηση της βιοποικιλότητας) και τη συνολική περιβαλλοντική υγεία.
Πριν από οποιαδήποτε νέα ανάπτυξη, επέκταση ή σημαντικό κατασκευαστικό/ανακαινιστικό έργο, η εγκατάσταση αποδεικνύει πώς έχουν αξιολογηθεί και αντιμετωπιστεί οι πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, και οι επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα.
Αυτό συνήθως λαμβάνει τη μορφή οικολογικής αξιολόγησης (π.χ. μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, μελέτη βιοποικιλότητας ή ισοδύναμο), όπως απαιτείται από τις εθνικές ή περιφερειακές αρχές. Σε αυτή την περίπτωση, η εγκατάσταση ακολουθεί τη σχετική διαδικασία και τηρεί έγγραφα τεκμηρίωσης.
Όπου τέτοιες αξιολογήσεις δεν απαιτούνται από τις αρχές ή δεν καλύπτουν ρητά τη βιοποικιλότητα, η εγκατάσταση αποδεικνύει πώς λήφθηκαν υπόψη οι επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα (π.χ. διατηρώντας τις περιοχές με βλάστηση, αποφεύγοντας την πρόκληση βλαβών σε τοπικά είδη και οικοτόπους, διατηρώντας τους υφιστάμενους οικολογικούς διαδρόμους στο χώρο κ.λπ.), στο έδαφος και στον υδρολογικό κύκλο. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει διαβούλευση με σχετικούς ειδικούς (π.χ. διαχειριστές προστατευόμενων περιοχών, περιβαλλοντικές αρχές/ΜΚΟ ή πιστοποιημένους συμβούλους) ή χρήση δημόσια διαθέσιμων χαρτών βιοποικιλότητας, μητρώων ειδών ή εργαλείων χωροταξικού σχεδιασμού.
Για όλα τα έργα, η εγκατάσταση δίνει προτεραιότητα στη χρήση διαπερατών ή μη στεγανοποιημένων επιφανειών (π.χ. χαλίκι, διαπερατό/πορώδες δάπεδο, φυτεμένη εδαφοκάλυψη). Οι στεγανοποιημένες επιφάνειες (π.χ. άσφαλτος, σκυρόδεμα) αποφεύγονται όπου είναι εφικτό. Εάν η χρήση τους δικαιολογείται για τεχνικούς ή λόγους ασφάλειας, εφαρμόζονται αντισταθμιστικά μέτρα, όπως κήποι βροχής, ζώνες διήθησης ή φυτεμένες ζώνες προστασίας.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει τεκμηρίωση της οικολογικής αξιολόγησης ή ισοδύναμης διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε από την ίδια, ή από εξωτερικούς ειδικούς για νέα ανάπτυξη, επέκταση ή σημαντικά έργα κατασκευής/ανακαίνισης.
Σε ειδικές περιπτώσεις, όπου υπάρχουν στεγανοποιημένες επιφάνειες, η επιτόπια οπτική επιθεώρηση επιβεβαιώνει ότι αυτές δικαιολογούνται για τεχνικούς λόγους ή λόγους ασφάλειας, και ότι έχουν εφαρμοστεί αντισταθμιστικά μέτρα (π.χ. κήποι βροχής, ζώνες διήθησης, φυτεμένες προστατευτικές ζώνες βλάστησης).
To minimise the environmental impact of land use and support biodiversity, healthy soils and natural water cycles, the establishment ensures that both new developments and renovation projects are planned and implemented with consideration for local ecosystems, ecological continuity (principles of green, blue and brown infrastructure, where soil continuity is recognised for its role in maintaining biodiversity) and environmental health.
Prior to any new development, expansion, or major construction/renovation work, the establishment demonstrates how potential environmental and biodiversity impacts have been assessed and addressed.
This usually takes the form of an ecological assessment (e.g. environmental impact assessment, biodiversity study, or equivalent) required by national or regional authorities. In that case, the establishment follows that process and retains documentation. Where such assessments are not required by authorities or do not explicitly address biodiversity, the establishment documents how biodiversity (e.g. preserving vegetated areas, avoiding harm to local species and habitats and maintaining existing ecological corridors on the site, etc.), soil, and water cycle impacts were considered. This may include consultation with relevant experts (e.g. protected area managers, environmental agencies/NGOs, or certified consultants) or the use of publicly available biodiversity maps, species registries, or planning tools.
For all projects, the establishment prioritises the use of permeable or unsealed surfaces (e.g. gravel, permeable paving, vegetated ground cover). Sealed surfaces (e.g. asphalt, concrete) are avoided where feasible. If their use is justified due to technical or safety reasons, compensatory measures such as rain gardens, infiltration zones, or vegetated buffer zones are implemented.
During the audit, the establishment presents documentation of the ecological assessment or equivalent process carried out by the establishment/external experts for new development, expansion, or major construction/renovation work.
In specific circumstances, where sealed surfaces are present, a visual inspection confirms that they are justified for technical or safety reasons and that compensatory measures (e.g. rain gardens, infiltration zones, vegetated buffers) are in place.