Ο εξωτερικός φωτισμός ελαχιστοποιείται ή/και διαθέτει εγκατεστημένους αυτόματους αισθητήρες απενεργοποίησης.
Για να μειώσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και τα λειτουργικά κόστη η εγκατάσταση διαχειρίζεται τον εξωτερικό φωτισμό για να μειώνει την αχρείαστη ενεργειακή κατανάλωση. Ο υπεύθυνος σχεδιασμός φωτισμού συντελεί στην μείωση των αρνητικών επιπτώσεων της εγκατάστασης στην τοπική βιοποικιλότητα, ενώ διατηρεί την λειτουργικότητα και την ασφάλεια.
Η εγκατάσταση εφαρμόζει σύστημα περιορισμού κατανάλωσης ενέργειας για τον εξωτερικό φωτισμό.
Η εγκατάσταση ελαχιστοποιεί την κατανάλωση ενέργειας του εξωτερικού φωτισμού
- είτε σβήνοντας τα φώτα σε καθορισμένες νυχτερινές ώρες, ή/και
- με την τοποθέτηση αισθητήρων κίνησης που ενεργοποιούν τον φωτισμό μόνο όταν ανιχνεύουν κίνηση.
Τα συστήματα φωτισμού προσαρμόζονται στην συγκεκριμένη λειτουργία και τις απαιτήσεις ασφάλειας των διαφορετικών εξωτερικών περιοχών, ενώ ελαχιστοποιούν αχρείαστη χρήση.
Η εγκατάσταση ενθαρρύνεται να ευθυγραμμίσει τις στρατηγικές της, σε ότι αφορά τον φωτισμό, με τα εθνικά και διεθνή πρότυπα ενεργειακής απόδοσης κτιρίων (π.χ. IEA Energy Efficiency Policies for Buildings), τα οποία αναγνωρίζουν ότι οι ψηφιακοί έλεγχοι όπως χρονοδιακόπτες και συστήματα έξυπνου φωτισμού μπορούν να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας έως 40%. Ιδιαίτερη μέριμνα δίδεται στον σχεδιασμό φωτισμού με συνείδηση της βιοποικιλότητας, ιδιαίτερα σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές. Η φωτορύπανση μετριάζεται μέσω:
α) θωρακισμένων φωτιστικών που κατευθύνουν το φως προς τα κάτω
β) χρήσης χαμηλής έντασης θερμού φωτός (<3000K)
γ) αποφυγής φωτισμού κοντά σε φυσικούς βιότοπους ή σε χώρους αναπαραγωγής
δ) οδικού φωτισμού βασιζόμενου σε αισθητήρες
ε) άλλων σχετικών μεθοδολογιών.
Σημείωση εθνικής προσαρμογής: Στη Γαλλία, ο εξωτερικός φωτισμός απενεργοποιείται την ημέρα όπου είναι ασφαλές και νόμιμο, ο διακοσμητικός φωτισμός απενεργοποιείται σε νυχτερινές ώρες χαμηλής ζήτησης, και ο φωτισμός μονοπατιών ρυθμίζεται με αισθητήρες ή χρονοδιακόπτες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις ασφάλειας.
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής ελέγχει τις λύσεις φωτισμού που έχουν υιοθετηθεί, συμπεριλαμβανομένων των τύπων των συστημάτων ελέγχου, και την τοποθέτησή τους στις εξωτερικές περιοχές. Ελέγχεται αν τα αναφερόμενα μέτρα για την μείωση του εξωτερικού φωτισμού εφαρμόζονται.
To reduce the environmental footprint and operational costs, the establishment manages outdoor lighting to minimise unnecessary energy use. Responsible lighting design helps reduce light pollution and its negative impact on local biodiversity, while maintaining functionality and safety.
The establishment has a system in place for the reduction of energy consumption of outdoor lighting. The establishment minimises outdoor lighting energy either by turning off lights in certain periods of the night, and/or by installing sensors that turn on lighting only when detecting movement. Lighting systems are adapted to the specific function and safety requirements of different outdoor areas, while minimising unnecessary usage.
The establishment is encouraged to align its lighting strategies with national and international energy performance standards for buildings (e.g. IEA Energy Efficiency Policies for Buildings), which recognises that digital controls such as timers and smart lighting can reduce energy usage by up to 40%.
Particular attention is given to biodiversity-conscious lighting design, especially in ecologically sensitive areas, where light pollution is mitigated through:
- shielded luminaires to direct light downward;
- use of low-intensity, warm colour temperature lighting (<3000K);
- minimising lighting near natural habitats or nesting areas;
- sensor-based street lighting; and/or
other relevant methodologies. Note on national adaptation: In FR, outdoor lighting is turned off during daytime wherever safe and legally permitted; decorative lighting is turned off during night off-peak hours, and pathway lighting is regulated through sensors or time controls, in accordance with safety requirements.
Τα οργανικά απόβλητα κομποστοποιούνται ή χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς.
Τα οργανικά απόβλητα αποτελούν σημαντικό ποσοστό του συνολικού όγκου αποβλήτων στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Όταν οργανώνονται σωστά, μπορούν να μετατραπούν σε πολύτιμο πόρο, που υποστηρίζει την υγεία του εδάφους, μειώνει τις εκπομπές μεθανίου από χώρους υγειονομικής ταφής, και συμβάλλει σε λύσεις κυκλικής οικονομίας, όπως κομπόστ, ζωοτροφές ή βιοαέριο. Ο διαχωρισμός και η επαναχρησιμοποίηση των οργανικών αποβλήτων μειώνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα μιας εγκατάστασης και ενισχύει τη λειτουργική βιωσιμότητα.
Η εγκατάσταση διαθέτει σύστημα διαχωρισμού και επαναχρησιμοποίησης οργανικών αποβλήτων. Τα οργανικά απόβλητα περιλαμβάνουν υπολείμματα τροφίμων και κηπευτικά απόβλητα, καθώς και άλλα βιοδιασπώμενα υλικά, όπως κατακάθια καφέ, φλούδες φρούτων και λαχανικών, φύλλα τσαγιού και, όπου είναι εφικτό, κομποστοποιήσιμες συσκευασίες. Για να διασφαλιστεί ότι τα απόβλητα τροφίμων και τα κηπευτικά απόβλητα παραμένουν μη μολυσμένα και κατάλληλα για τις αντίστοιχες μεθόδους επεξεργασίας, η εγκατάσταση διατηρεί σαφή διαχωρισμό μεταξύ των πηγών οργανικών αποβλήτων, πριν την επιλογή οποιασδήποτε μεθόδου επεξεργασίας (π.χ. κομποστοποίηση, βιοαέριο, εξωτερική συλλογή).
Η εγκατάσταση υιοθετεί τουλάχιστον 1 από τις ακόλουθες προσεγγίσεις για τη διαχείριση οργανικών αποβλήτων:
α) Τα οργανικά απόβλητα κομποστοποιούνται εντός του χώρου: η κομποστοποίηση στον χώρο της εγκατάστασης ενθαρρύνεται και περιλαμβάνει όλα τα κατάλληλα για κομποστοποίηση απόβλητα τροφίμων και κηπευτικά απόβλητα. Σε αυτή την περίπτωση, η εγκατάσταση ορίζει υπεύθυνο άτομο για τη διαδικασία κομποστοποίησης. Το άτομο αυτό έχει λάβει κατάλληλη εκπαίδευση ή καθοδήγηση σχετικά με τις διαδικασίες κομποστοποίησης και την ασφάλεια. Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να τεκμηριώνεται. Η εγκατάσταση εξηγεί πώς χρησιμοποιείται το παραγόμενο κομπόστ, όπως σε διαμόρφωση τοπίου, κηπουρική ή τοπική γεωργία. Συνιστάται η χρήση του κομπόστ ως λίπασμα για πράσινους χώρους ή λαχανόκηπους εντός της εγκατάστασης.
β) Τα οργανικά απόβλητα συλλέγονται από εξωτερικό πάροχο για κομποστοποίηση, παραγωγή βιοαερίου ή άλλες μορφές περιβαλλοντικά ορθής επεξεργασίας. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει υποδομές κομποστοποίησης, αναερόβιους χωνευτές ή βιομηχανικές μονάδες επεξεργασίας που παράγουν ενέργεια ή λιπάσματα από οργανική ύλη. Εάν επιλεγεί αυτή η μέθοδος, η εγκατάσταση παρέχει τεκμηρίωση που επιβεβαιώνει την ονομασία του παρόχου υπηρεσιών, το είδος οργανικών αποβλήτων που δέχεται (π.χ. υπολείμματα τροφίμων, κηπευτικά, βιοδιασπώμενες συσκευασίες) και την τελική χρήση ή μέθοδο επεξεργασίας (π.χ. κομποστοποίηση, βιοαέριο, γεωργική χρήση).
γ) Υπολείμματα τροφίμων και άλλα κατάλληλα οργανικά απόβλητα συλλέγονται και διανέμονται σε τοπικές φάρμες για χρήση ως ζωοτροφή. Η πρακτική αυτή είναι εφικτή μόνο εάν η εθνική ή τοπική νομοθεσία επιτρέπει τη χρήση αποβλήτων τροφίμων για ζωική κατανάλωση. Σε αυτή την περίπτωση, η εγκατάσταση συμμορφώνεται με όλες τις εφαρμόσιμες υγειονομικές απαιτήσεις, κανόνες αποθήκευσης και μεταφοράς και παρέχει τεκμηρίωση της συμμόρφωσης της. Εάν η πρακτική αυτή περιορίζεται ή απαγορεύεται από τη νομοθεσία, η εγκατάσταση ακολουθεί τη νομοθεσία.
Για κομποστοποίηση στον χώρο της εγκατάστασης ισχύουν οι τοπικοί και εθνικοί νόμοι καθώς και οι ακόλουθες πρακτικές:
• διατήρηση ισορροπίας μεταξύ υλικών πλούσιων σε άζωτο («πράσινα») και υλικών πλούσιων σε άνθρακα («καφέ») για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική αποσύνθεση
• τακτικός αερισμός του κομπόστ (όπως ορίζεται εσωτερικά) για τη διατήρηση των επιπέδων οξυγόνου
• παρακολούθηση της υγρασίας ώστε να αποφεύγονται αναερόβιες συνθήκες ή ξήρανση
• προστασία του κομπόστ από παράσιτα και έντονες βροχοπτώσεις με την χρήση κατάλληλων καλυμμάτων ή συστήματα προστασίας
• το κομπόστ τοποθετείται και αντιμετωπίζεται με τρόπο που αποτρέπει δυσάρεστες οσμές και δεν επηρεάζει χώρους επισκεπτών ή προσωπικού
Σημείωση για εθνική προσαρμογή: Στη Γαλλία, το παρόν κριτήριο είναι υποχρεωτικό.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει τα ακόλουθα, ανάλογα με την επιλεγμένη μέθοδο:
α) Για κομποστοποίηση στον χώρο της εγκατάστασης: το σύστημα κομποστοποίησης (σωρός, κάδος ή σύστημα)· το όνομα και την εκπαίδευση του υπεύθυνου ατόμου· σαφή περιγραφή της χρήσης του κομπόστ.
β) Για εξωτερική επεξεργασία: σύμβαση ή συμφωνία με τον εξωτερικό πάροχο· τεκμηρίωση που δείχνει το είδος αποβλήτων που συλλέγονται και τον τρόπο επεξεργασίας (π.χ. παραγωγή βιοαερίου ή κομπόστ).
γ) Για διάθεση ως ζωοτροφή: τεκμηρίωση που επιβεβαιώνει ότι η πρακτική επιτρέπεται από την εθνική/τοπική νομοθεσία και δείχνει καταγραφές της διαδικασίας και συνεργασιών με τοπικές φάρμες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει την ύπαρξη συστήματος διαχωρισμού οργανικών αποβλήτων και αξιολογεί εάν η πρακτική είναι σύμφωνη με την επιλεγμένη προσέγγιση.
Organic waste makes up a significant portion of total waste in hospitality operations. When managed properly, it can be turned into a valuable resource, supporting soil health, reducing methane emissions from landfills and contributing to circular economy solutions such as compost, animal feed, or biogas. Separating and reusing organic waste reduces the environmental footprint of an establishment and enhances operational sustainability.
The establishment has a system for the separation and reuse of organic waste. Organic waste includes food scraps and garden waste, as well as other biodegradable materials such as coffee grounds, vegetable and fruit peels, tea leaves and compostable packaging where applicable. To ensure that food waste and garden waste remain uncontaminated and suitable for their respective treatment pathways, the establishment maintains a clear separation between sources of organic waste before choosing any of the listed processing methods (e.g. composting, biogas, external collection).
The establishment adopts at least 1 of the following approaches to manage organic waste:
- Organic waste is composted on-site: composting on-site is encouraged and includes all food and garden waste that is suitable for composting. In this case, the establishment designates a responsible person for the composting process. This person has received appropriate training or guidance in composting procedures and safety, and the training should be documented. The establishment explains how the compost is used, such as in landscaping, gardening, or local farming. The use of compost as fertiliser for on-site greenery or vegetable gardens is highly recommended;
- Organic waste is collected by an external provider for composting, biogas production, or other forms of environmentally sound processing. This may include composting facilities, anaerobic digesters, or industrial processors that create energy or fertilisers from the organic matter. If this method is chosen, the establishment provides documentation confirming the name of the service provider; the type of organic waste accepted (e.g. food waste, yard waste, biodegradable containers) and the final use or processing method (e.g. composting, biogas, agricultural use); and/or
- Food scraps and other suitable organic waste are collected and distributed to local farms for use as animal feed. This practice is permitted only if national or local legislation allows the use of food waste for animal consumption. In such cases, the establishment complies with all applicable hygiene, storage and transportation regulations and provides documentation of its compliance. If this practice is restricted or prohibited by law, the establishment follows those legal requirements.
For on-site composting, local and national laws/legislations as well as the following practices are followed:
- balance nitrogen-rich (“green”) and carbon-rich (“brown”) materials to ensure effective decomposition;
- aerate the compost regularly (as internally defined) to maintain oxygen levels;
- monitor moisture content to avoid anaerobic conditions or drying out;
- protect the compost from pests and heavy rainfall using appropriate covers or containment systems; and
the compost is located and managed in a way that avoids unpleasant odours and does not interfere with guest or staff areas. Note on national adaptation: In FR, this criterion is imperative.
During the audit, the establishment presents the following, depending on the chosen option:
- For on-site composting: the composting setup (compost pile, bin, or system) during visual inspection; the name and training background of the person responsible; a clear explanation of how the compost is used;
- For external processing: a service contract or agreement with the external provider; documentation showing what type of waste is collected and how it is treated (e.g. for biogas or compost production); or
- For animal feed distribution: documentation confirming that this practice is permitted under national/local law and show records of the process and any collaboration with local farms.
In all cases, during the visual inspection, the auditor verifies the existence of a source-specific organic waste separation system and assess whether the practice is in line with the selected approach.
Η εγκατάσταση λαμβάνει πρωτοβουλίες για τη μείωση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου των συστημάτων πληροφορικής.
Τα ψηφιακά συστήματα (εξοπλισμός πληροφορικής, διαδικτυακές υπηρεσίες και υποδομές δεδομένων) έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις καθ’ όλο τον κύκλο ζωής τους. Αυτές περιλαμβάνουν κατανάλωση ενέργειας, εξόρυξη πρώτων υλών και εκπομπές που σχετίζονται με τα δεδομένα (γνωστές ως ψηφιακή ρύπανση). Η υπεύθυνη διαχείριση των συστημάτων πληροφορικής μπορεί να μειώσει τόσο το φυσικό, όσο και το ψηφιακό περιβαλλοντικό αποτύπωμα της εγκατάστασης.
Η εγκατάσταση εφαρμόζει μέτρα για την υπεύθυνη διαχείριση των ψηφιακών πρακτικών της και του εξοπλισμού πληροφορικής, με στόχο:
• τη μείωση κατανάλωσης ενέργειας
• την παράταση της διάρκειας ζωής του εξοπλισμού
• τη μείωση άσκοπης μετάδοσης και αποθήκευσης δεδομένων.
Η εγκατάσταση εφαρμόζει ελάχιστο αριθμό μέτρων, ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων στην εγκατάσταση:
• αν έχει λιγότερους από 50 εργαζόμενους, εφαρμόζει τουλάχιστον 1 μέτρο
• αν έχει περισσότερους από 50 εργαζόμενους, εφαρμόζει τουλάχιστον 3 μέτρα.
Παραδείγματα μέτρων:
α) πιο αποδοτική ψηφιακή επικοινωνία με μείωση της συχνότητας ή του μεγέθους μαζικών email και ενημερωτικών δελτίων, απεγγραφή πλατφόρμες ή ψηφιακές υπηρεσίες που δεν χρησιμοποιούνται, και απενεργοποίηση αχρείαστων auto-play ή αυτόματων λειτουργιών συγχρονισμού στο cloud
β) επιλογή ψηφιακών υποδομών χαμηλού αντίκτυπου με επιλογή υπηρεσιών δεδομένων ή παρόχους φιλοξενίας ιστοσελίδων με χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα ή που χρησιμοποιούν κέντρα δεδομένων που λειτουργούν με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Θα πρέπει να προτιμηθούν πάροχοι με δημοσιευμένους στόχους περιβαλλοντικής απόδοσης ή αναφορές βιωσιμότητας
γ) προμήθεια εξοπλισμού πληροφορικής χαμηλού αντίκτυπου, όπως :
• ενεργειακά αποδοτικά μοντέλα
• ανακατασκευασμένος ή μεταχειρισμένος εξοπλισμός σε καλή κατάσταση λειτουργίας
• εξοπλισμός με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και εγγυήσεις για δυνατότητα επισκευής
δ) ενθάρρυνση υπεύθυνης ψηφιακής χρήσης από το προσωπικό με ανάλογες πολιτικές ή εσωτερική ευαισθητοποίηση σε θέματα όπως:
• απενεργοποίηση οθονών και συσκευών σε αδράνεια,
• αποφυγή περιττού streaming ή μείωση της ανάλυσης των βίντεο
• διαγραφή αχρείαστων ψηφιακών αρχείων και emails,
• χρήση λειτουργιών εξοικονόμησης ενέργειας (π.χ. λειτουργία σε σκοτάδι, ρύθμιση εξοικονόμησης ενέργειας)
• υπεύθυνη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης
ε) περιορισμός ψηφιακών εκπομπών επισκεπτών, όπως για παράδειγμα:
• αποφυγή υπηρεσιών ψυχαγωγίας υψηλών εκπομπών (π.χ. πλατφόρμες συνεχούς ροής) στα δωμάτια επισκεπτών
• ρυθμίσεις οικολογικής λειτουργίας ή οθόνης χαμηλής ενέργειας σε κοινόχρηστες συσκευές
ζ) οργάνωση δραστηριοτήτων ευαισθητοποίησης ή εκπαίδευσης προσωπικού σχετικά με υπεύθυνες ψηφιακές πρακτικές και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των συστημάτων πληροφορικής, προαιρετικά και για τους επισκέπτες ( π.χ. μέσω σήμανσης, e-learning, ψηφιακών οδηγών). Αυτές οι συνεδρίες μπορούν να καλύψουν θέματα όπως οικολογικός σχεδιασμός ή ψηφιακές υπηρεσίες, ηθική χρήση δεδομένων, συμπερίληψη, και προσβασιμότητα (ενθαρρύνοντας μια κουλτούρα ψηφιακής υπευθυνότητας μέσα στην εγκατάσταση)
η) μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της ψηφιακής παρουσίας της εγκατάστασης:
• με αξιολόγηση ή πιστοποίηση της περιβαλλοντικής απόδοσης της ιστοσελίδας μόνο όταν η εγκατάσταση έχει τα εργαλεία ή την εσωτερική ικανότητα να την βελτιώσει
• βελτιώνοντας την ιστοσελίδα ως προς την ενεργειακή της απόδοση (π.χ. ελαφρύς σχεδιασμός, μειωμένο μέγεθος αρχείου, φιλοξενία ιστοσελίδων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας)
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• σύντομη περιγραφή ή πολιτική των επιλεγμένων ψηφιακών μέτρων βιωσιμότητας (τουλάχιστον 1 για εγκαταστάσεις με λιγότερους από 50 εργαζόμενους, ή τουλάχιστον 3 για εγκαταστάσεις ≥50 εργαζόμενους) και
• αρχεία προμηθειών, απογραφές εξοπλισμού, εκπαιδευτικό υλικό (όπου είναι σχετικό) ή άλλα σχετικά στοιχεία τεκμηρίωσης που επιβεβαιώνουν τη σωστή εφαρμογή.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση, ο επιθεωρητής μπορεί να επαληθεύσει δράσεις όπως ρυθμίσεις οθόνης, σήμανση, ή εξοπλισμό σε χρήση με οπτική επιθεώρηση, ή με συνεντεύξεις με το προσωπικό.
Digital systems (including IT equipment, online services, and data infrastructure) have significant environmental impacts throughout their life cycle. These include energy consumption, raw material extraction, and data-related emissions (often called digital pollution). By managing IT responsibly, establishments can reduce both their physical and digital environmental footprint.
The establishment takes action to manage its digital practices and IT equipment responsibly, with the aim of lowering energy use, extending equipment lifespans and reducing unnecessary data transmission and storage.
The establishment implements a minimum number of measures depending on the number of employees in the establishment:
- Establishments with less than 50 employees implement at least 1 measure; and
- Establishments with ≥50 employees implement at least 3 measures.
Examples of measures:
- optimise digital communication by reducing the frequency or size of mass emails and newsletters, unsubscribing from unused platforms or digital services and deactivating unnecessary auto-play or automatic cloud sync functions;
- choose lower-impact digital infrastructure by selecting data services or web hosting providers that demonstrate lower carbon emissions or use renewable energy-powered data centres. Preference should be given to providers with published environmental performance goals or sustainability reporting;
- procure low-impact IT equipment, such as:
- energy-efficient models (e.g. Energy Star, EPEAT);
- refurbished or second-hand equipment in good working condition; and/or
- equipment with longer lifespans and repairability guarantees.
- encourage responsible digital use among staff through policies or internal awareness on topics such as:
- turning off idle monitors and devices;
- avoiding unnecessary streaming or lowering video resolution;
- archiving or deleting unused digital files and emails;
- using energy-saving settings (e.g. dark mode, eco mode); and/or
- using AI tools responsibly.
- limit guest-side digital emissions, for example by:
- not offering high-emission entertainment services (e.g. streaming platforms) in guest rooms; and/or
- providing eco-mode or low-energy display settings on public devices.
- organise awareness or training activities for staff on Responsible Digital practices and the environmental impacts of IT systems, optionally involving guests (e.g. signage, e-learning, digital guides). These sessions may cover topics such as eco-design of digital services, ethical data use, inclusion, and accessibility (encouraging a culture of digital responsibility within the establishment); and/or
- reduce the environmental footprint of the establishment’s digital presence by:
- assessing or certifying the website’s environmental performance only when the establishment has the tools or internal capacity to improve it; and/or
- optimising the website for energy efficiency (e.g. lightweight design, reduced media size, renewable-powered hosting).
During the audit, the establishment presents:
- a short description or internal policy outlining the selected digital sustainability measures (at least 1 for establishments with less than 50 employees; at least 3 for establishments ≥50 employees ); and
- procurement records, equipment inventory, training materials (where appropriate) or other relevant documentation to confirm implementation.
During the visual inspection, the auditor may confirm actions such as screen settings, signage, or equipment in use with a visual inspection or staff interview.
Όλα τα απορρυπαντικά πλυντηρίου πιάτων και τα υγρά ξεβγάλματος διαθέτουν αναγνωρισμένο οικολογικό σήμα.
Τα απορρυπαντικά πλυντηρίου πιάτων και τα υγρά ξεβγάλματος μπορούν να συμβάλουν στη ρύπανση των υδάτων, και στην εξάντληση πόρων εάν χρησιμοποιούνται υπερβολικά ή επιλέγονται χωρίς περιβαλλοντικά κριτήρια. Η σωστή δοσολογία και η χρήση οικολογικά πιστοποιημένων προϊόντων μειώνουν την απόρριψη χημικών ουσιών, υποστηρίζουν ασφαλέστερες πρακτικές πλυσίματος, και μειώνουν το συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα των εργασιών καθαρισμού.
Η χρήση των απορρυπαντικών πιάτων και των υγρών ξεβγάλματος περιορίζεται στο ελάχιστο (χρησιμοποιείται η σωστή δοσολογία) και τα προϊόντα αυτά πρέπει να διαθέτουν διεθνώς ή εθνικά αναγνωρισμένο οικολογικό σήμα.
Αυτό ισχύει τόσο για τα απορρυπαντικά πλυσίματος στο χέρι όσο και για τα απορρυπαντικά πλυντηρίου και δεν περιλαμβάνει τα προϊόντα μουλιάσματος, τα προϊόντα στεγνώματος και τα προϊόντα αφαλάτωσης.
Η συμμόρφωση με το κριτήριο αποδεικνύεται βάσει ποσοτήτων (σε όγκο ή βάρος) των προϊόντων τακτικού καθαρισμού που αγοράστηκαν κατά την περίοδο αναφοράς χρησιμοποιώντας τα αρχεία αγορών ως βάση υπολογισμού. Η περίοδος αναφοράς αντιστοιχεί στους τελευταίους 24 μήνες πριν την επιθεώρηση (ή 6 μήνες για όσους υποβάλλουν αίτηση για πρώτη φορά).
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιλέγει τυχαίο δείγμα 3 προϊόντων απορρυπαντικών πιάτων ή/και υγρών ξεβγάλματος και επιβεβαιώνει την ύπαρξη αντίστοιχων οικολογικών σημάτων στα προϊόντα που επιλέχτηκαν (μεθοδολογία Γ).
Dishwashing detergents and rinsing agents can contribute to water pollution and resource depletion if overused or selected without environmental consideration. Proper dosage and the use of eco-labelled products reduce chemical discharge, support safer cleaning practices and lower the overall environmental footprint of cleaning operations.
The use of dishwashing detergents and rinsing agents is kept at a minimum (using the correct dosage) and all these products have an internationally or nationally recognised eco-label. This applies to both handwashing and machine detergents and excludes soaking agents, drying agents and descaling agents.
Conformity with the criterion is demonstrated based on the quantities (in volume or weight) of routine cleaning products purchased over the reporting period, using purchase records as the basis for calculation. The reporting period corresponds to the past 24 months prior to the audit (or the past 6 months for first-time applicants). Note on national adaptation: In FR, this criterion is imperative. In DK, FI, NO, and SE, it is imperative that 90% of the dishwashing detergents and rinsing agents have a recognised eco-label.
Η εγκατάσταση λαμβάνει πρωτοβουλίες για την προστασία και υποστήριξη της τοπικής βιοποικιλότητας εντός του χώρου της (ή γύρω από αυτόν).
Η βιοποικιλότητα είναι ουσιώδης για την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων, τις τοπικές τροφικές αλυσίδες, τη ρύθμιση του κλίματος και τη συνολική περιβαλλοντική υγεία. Με την ενεργή ενίσχυση της βιοποικιλότητας εντός και γύρω από τον χώρο τους, οι εγκαταστάσεις δεν περιορίζονται απλώς στη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά υποστηρίζουν την αναγέννηση, την προστασία των οικοτόπων και την οικολογική διαχείριση, συμβάλλοντας έτσι στην προστασία της φύσης.
Η εγκατάσταση εφαρμόζει ουσιαστικές πρωτοβουλίες, σε σχέση με την βιοποικιλότητα, που ευνοούν τις συνθήκες εντός ή γύρω από τον χώρο της (βλ. επίσης κριτήρια 1.2 και 1.3). Οι δράσεις αυτές υποστηρίζουν πάντα τοπικά είδη χλωρίδας και πανίδας και προσαρμόζονται στο πλαίσιο και την κλίμακα της εγκατάστασης.
• Εγκαταστάσεις με χώρους πρασίνου παρέχουν τουλάχιστον 2 δράσεις βιοποικιλότητας, εκ των οποίων τουλάχιστον 1 πραγματοποιείται εντός των χώρων πρασίνου της εγκατάστασης.
• Εγκαταστάσεις σε αστικές περιοχές με/ή χωρίς χώρους πρασίνου παρέχουν τουλάχιστον 1 δράση βιοποικιλότητας.
Παραδείγματα δράσεων περιλαμβάνουν:
α) αποκατάσταση της άγριας φύσης σε τουλάχιστον 10% της εξωτερικής έκτασης, προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της εγκατάστασης (π.χ. μη διαχειριζόμενες φυσικές περιοχές, εξελισσόμενοι χώροι με βλάστηση, θαμνώδεις εκτάσεις, περιοχές αναδάσωσης)
β) δημιουργία ή διατήρηση περιοχών πρασίνου, φιλικών προς επικονιαστές, που καλύπτουν τουλάχιστον το 10% της συνολικής εξωτερικής έκτασης
γ) δημιουργία ή διατήρηση πράσινων στεγών ή/και κάθετων πράσινων τοίχων που καλύπτουν τουλάχιστον το 10% της επιφάνειας στέγης ή τοίχων
δ) χρήση τοπικών ή κλιματικά προσαρμοσμένων ειδών (μη εισβλητικών ειδών) για πράσινες στέγες, πράσινους τοίχους, κήπους και λοιπούς εξωτερικούς χώρους
ε) παροχή ευνοϊκών συνθηκών για τοπικά είδη (π.χ. φωλιές πουλιών, ξενοδοχεία εντόμων (για ένα είδος), μελισσοκυψέλες, διάδρομοι και περάσματα άγριων ζώων κ.λπ.). Οι χώροι αυτοί πρέπει να είναι κατάλληλοι για τα τοπικά είδη, σωστά τοποθετημένοι και να συντηρούνται τακτικά ώστε να παραμένουν κατάλληλοι
ζ) προστασία οικοτόπων τοπικών ειδών (χερσαίων ή υδάτινων/θαλάσσιων, π.χ. περιοχές ωοτοκίας χελωνών, μαγκρόβια δάση, κοραλλιογενείς ύφαλοι, λιβάδια επικονιαστών όπως πεταλούδες, νεκρό ξύλο και άλλα φυσικά στοιχεία) εντός ή κοντά στις εγκαταστάσεις μέσω μείωσης φωτισμού και θορύβου (συμπεριλαμβανομένων εξωτερικών χώρων ευεξίας που βρίσκονται σε ή κοντά σε φυσικούς οικοτόπους). Ο οικότοπος πρέπει να έχει εντοπιστεί και να έχουν εφαρμοστεί σαφή προστατευτικά μέτρα
η) εντοπισμός και εξάλειψη πιθανών οικολογικών παγίδων στους χώρους της εγκατάστασης (π.χ. κάλυψη δομικών κοιλοτήτων, κενών ή μικρών κλειστών χώρων, που μπορεί να προσελκύσουν άγρια ζώα σε μη ασφαλείς περιοχές)
θ) υποστήριξη, το λιγότερο 1 φορά ετησίως, τοπικής/περιφερειακής/εθνικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στην προστασία της βιοποικιλότητας στην περιοχή ή περιφέρεια
ι) συμμετοχή στην αποκατάσταση άγριας φύσης, συντήρηση ή ανάπλαση τοπικών πάρκων ή δημόσιων χώρων πρασίνου
κ) συνεργασία με τις τοπικές/περιφερειακές/εθνικές αρχές ή ΜΚΟ για πιο πράσινες πόλες (π.χ. δενδροφυτεύσεις, οικολογικοί διάδρομοι επικονιαστών, πράσινες στέγες)
λ) φιλοξενία ή παραχώρηση χώρου για σεμινάρια, εκδηλώσεις ευαισθητοποίησης ή εργαστήρια ειδικών, που σχετίζονται με την βιοποικιλότητα.
Σε ορισμένες περιοχές (π.χ. κάποιες αστικές περιοχές), οι κυψέλες μελισσών ή μεγάλα «ξενοδοχεία» εντόμων είναι κατάλληλα μόνο υπό συγκεκριμένες οικολογικές και κανονιστικές συνθήκες (όπου προτιμώνται μικρά, φυσικά ή διάσπαρτα στοιχεία), και θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε εναλλακτικές πρωτοβουλίες.
Συνιστάται η εγκατάσταση να αναζητά υποστήριξη από εξωτερικούς ειδικούς οργανισμούς ή ενώσεις, για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση δράσεων βιοποικιλότητας, καθώς και οι πρωτοβουλίες αυτές να βασίζονται στην αξιολόγηση των κινδύνων και των ευκαιριών που σχετίζονται με τη βιοποικιλότητα και τη φύση (κριτήριο 7.12).
Το κριτήριο εφαρμόζεται τόσο στους εργαζόμενους όσο και σε εξωτερικούς συνεργάτες ή εταιρείες συντήρησης χώρων πρασίνου που έχουν αναλάβει σχετικές εργασίες.
Σημείωση για εθνική προσαρμογή: Στη Σουηδία ισχύουν τα εξής:
• εγκαταστάσεις με μικρούς χώρους πρασίνου (< 1000 m²) παρέχουν τουλάχιστον 2 δράσεις βιοποικιλότητας, εκ των οποίων τουλάχιστον 1 πραγματοποιείται εντός των χώρων πρασίνου της εγκατάστασης
• εγκαταστάσεις με μεγαλύτερους χώρους πρασίνου (> 1000 m²) παρέχουν τουλάχιστον 3 δράσεις βιοποικιλότητας, εκ των οποίων τουλάχιστον 2 πραγματοποιούνται εντός των χώρων πρασίνου της εγκατάστασης
• εγκαταστάσεις σε αστικές περιοχές με/ή χωρίς χώρους πρασίνου παρέχουν τουλάχιστον 1 δράση βιοποικιλότητας.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• την Τυποποιημένη Διαδικασία Λειτουργίας για την υποστήριξη της τοπικής βιοποικιλότητας
• αρχείο των παρεμβάσεων βιοποικιλότητας και αποδεικτικά της εξαμηνιαίας αξιολόγησης (για υποψηφίους που επανυποβάλουν αίτηση).
Σε ειδικές περιπτώσεις όπου η συντήρηση πραγματοποιείται από εξωτερική εταιρεία, παρουσιάζεται η έγγραφο του εργολάβου σχετικά με την προστασία της τοπικής βιοποικιλότητας στους χώρους της εγκατάστασης.
Κατά την επιτόπια επιθεώρηση και όπου είναι δυνατόν, ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψίες σε τουλάχιστον 1 χώρο πρασίνου, όπου έχουν αναληφθεί πρωτοβουλίες, προκειμένου να επιβεβαιώσει πώς έχουν δημιουργηθεί ευνοϊκές συνθήκες για την τοπική βιοποικιλότητα ή πώς προστατεύονται οι οικότοποι τοπικών ειδών, ακολουθώντας τη μεθοδολογία Α όπως περιγράφεται στο Γλωσσάρι.
Biodiversity is essential for the resilience of ecosystems, local food chains, climate regulation and overall environmental health. By actively enhancing biodiversity on and around their premises, establishments go beyond environmental mitigation to support regeneration, habitat protection and ecological stewardship, contributing to a net gain in nature.
The establishment implements substantial biodiversity initiatives that favour conditions for the biodiversity on (or around) the premises (see also criterion 1.2 and 1.3). These actions always support the local (native/indigenous/ endemic/rare) species of flora and fauna and are adapted to the site’s context and scale:
- establishments with green areas provide at least 2 biodiversity actions, with at least 1 action done in the establishments’ green areas; and
- establishments located in urban areas and/or without green areas provide at least 1 biodiversity action.
Examples of actions include:
- rewilding of at least 10% of the outdoor area, adapted to the establishment’s context (e.g. unmanaged natural areas, evolving vegetated spaces, shrublands, afforestation patches);
- establishing/maintaining pollinator-friendly green areas covering at least 10% of the total outdoor area;
- establishing/maintaining a green roof and/or vertical green walls covering at least 10% of the roof or wall area;
- using native or climate-adaptive, non-invasive species for the green roofs, green walls, gardens and other outside areas;
- providing favourable conditions for local species (e.g. bird houses, monospecific insect hotels, beehives, wildlife corridors and passageways, etc.). The installation must be appropriate for local species, correctly placed, and maintained regularly to ensure ecological suitability;
- protecting habitats of local species (terrestrial or aquatic/marine, e.g. turtle nesting grounds, mangroves, coral reefs, meadows for pollinators (butterflies), dead wood and other natural features) on or near the premises by minimising light and noise (this includes outdoor wellness areas located in or near natural habitats). The habitat must be identified, and appropriate protective measures must be clearly implemented;
- identifying and eliminating potential ecological traps on the premises (e.g. filling or covering structural cavities, gaps or small enclosed spaces that may attract wildlife into unsafe areas);
- supporting at least once a year a local/regional/national association working on biodiversity protection in the area or region;
- participating in the rewilding, maintenance, or restoration of local parks or public green areas;
- collaborating with local/regional/national authorities or NGOs on urban greening initiatives (e.g. tree planting, pollinator corridors, rooftop gardens); and/or
- hosting or lending space for biodiversity-related seminars, awareness events, or expert workshops.
In some contexts (e.g. some urban areas), beehives or large insect hotels are only suitable under specific ecological and regulatory conditions (with small, natural or dispersed features preferred), and alternative initiatives should be prioritised.
Is it recommended that the establishment seeks support from external expert organisations or associations to design and implement biodiversity actions, and that the initiatives are based on the biodiversity and nature-related risk and opportunity assessment (criterion 7.12).
The criterion applies to both direct employees and to outsourced staff/landscaping companies contracted by the establishment to carry out the maintenance of its green areas. Note on national adaptation: In SE, the following applies:
- establishments with smaller green areas (< 1000 m2) provide at least 2 biodiversity actions, with at least 1 action done in the establishment’ green areas;
- establishments with larger green areas (> 1000 m2) provide at least 3 biodiversity actions, with at least 2 actions done in the establishment’ green areas; and
- establishments located in urban areas and/or without green areas provide at least 1 biodiversity action.
During the audit, the establishment presents:
- its Standard Operating Procedure (SOP) for supporting the local biodiversity; and
- a record of the biodiversity interventions and evidence of bi-annual review (for re-applicants).
In specific circumstances, if an external company carries out maintenance, the contractor’s written policy on local biodiversity protection on the establishment’s grounds is presented.
During the visual inspection, and where possible, the auditor conducts samplings in at least 1 green area where on-site initiatives are taken to confirm how favourable conditions for local biodiversity have been created or how habitats of local species are protected, following methodology A as described in the glossary.
Plants, and animals, as well as historical and archaeological artefacts, are only sold, traded, or displayed in accordance with international law.
The trade and display of threatened species and unauthorised artefacts contribute to biodiversity loss, illegal wildlife trade and cultural exploitation. By prohibiting such practices, establishments help protect endangered species, safeguard cultural heritage and demonstrate responsible corporate and environmental stewardship.
The establishment does not harvest, sell, trade, or display plant or animal species or their parts and products that are listed as Threatened (i.e. Vulnerable, Endangered, or Critically Endangered) on the IUCN Red List of Threatened Species.
This includes both regulated and unregulated trade, as well as the unsanctioned collection of wild flora and fauna. The prohibition applies to items sold or displayed in all areas of the establishment (for products such as souvenirs, decorative items, traditional medicines, or live specimens).
Commercial activities involving Threatened species are not permitted, even if the species or products are legal to sell under national legislation, unless explicitly permitted under international conservation guidance and used exclusively for educational or awareness-raising purposes.
Additionally, to protect cultural heritage, historical and archaeological artefacts are not sold, traded, or displayed unless lawfully acquired and presented for an educational or cultural purpose. In such cases, collaboration with relevant institutions (e.g. museums, conservation organisations, or Indigenous groups) is encouraged to ensure respectful and meaningful interpretation.
During the audit, in specific circumstances (if cultural heritage, historical and archaeological artefacts are displayed), the establishment presents documentation showing legal provenance and explaining how the display contributes to education or conservation awareness.
During the visual inspection, the auditor conducts samplings in at least 1 public area such as gift shops, receptions and decorative areas, following methodology A as described in the glossary.
The trade and display of threatened species and unauthorised artefacts contribute to biodiversity loss, illegal wildlife trade and cultural exploitation. By prohibiting such practices, establishments help protect endangered species, safeguard cultural heritage and demonstrate responsible corporate and environmental stewardship.
The establishment does not harvest, sell, trade, or display plant or animal species or their parts and products that are listed as Threatened (i.e. Vulnerable, Endangered, or Critically Endangered) on the IUCN Red List of Threatened Species.
This includes both regulated and unregulated trade, as well as the unsanctioned collection of wild flora and fauna. The prohibition applies to items sold or displayed in all areas of the establishment (for products such as souvenirs, decorative items, traditional medicines, or live specimens).
Commercial activities involving Threatened species are not permitted, even if the species or products are legal to sell under national legislation, unless explicitly permitted under international conservation guidance and used exclusively for educational or awareness-raising purposes.
Additionally, to protect cultural heritage, historical and archaeological artefacts are not sold, traded, or displayed unless lawfully acquired and presented for an educational or cultural purpose. In such cases, collaboration with relevant institutions (e.g. museums, conservation organisations, or Indigenous groups) is encouraged to ensure respectful and meaningful interpretation.
During the audit, in specific circumstances (if cultural heritage, historical and archaeological artefacts are displayed), the establishment presents documentation showing legal provenance and explaining how the display contributes to education or conservation awareness.
During the visual inspection, the auditor conducts samplings in at least 1 public area such as gift shops, receptions and decorative areas, following methodology A as described in the glossary.
Διατίθενται στους επισκέπτες πληροφορίες σχετικά με κοντινά πάρκα, παραλίες και άλλες οικολογικά ευαίσθητες φυσικές περιοχές.
Η παροχή πληροφοριών στους επισκέπτες σχετικά με κοντινές φυσικές περιοχές ενισχύει την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση, υποστηρίζει την υπεύθυνη τουριστική συμπεριφορά και ενδυναμώνει το προφίλ βιωσιμότητας της εγκατάστασης. Ενθαρρύνοντας δραστηριότητες στη φύση και την περιβαλλοντική εκπαίδευση, η εγκατάσταση βοηθά τους επισκέπτες να έρθουν σε επαφή με τα τοπικά οικοσυστήματα, προωθώντας παράλληλα την προστασία τους και τη μακροπρόθεσμη διατήρησή τους.
Η εγκατάσταση παρέχει γραπτές πληροφορίες σχετικά με κοντινές φυσικές περιοχές, όπως πάρκα, τοπία, προστατευόμενες περιοχές, παραλίες και άλλες οικολογικά ευαίσθητες περιοχές. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται μαζί με το υλικό που απαιτείται βάσει του κριτηρίου 2.9.
Το εν λόγω υλικό επικοινωνίας ενθαρρύνει τους επισκέπτες να συμμετέχουν σε υπαίθριες ή φυσιολατρικές δραστηριότητες για ενίσχυση της ευαισθητοποίησης και της προσωπικής ευεξίας, όπως περπάτημα, τρέξιμο, ποδηλασία, κολύμβηση, ιστιοπλοΐα, κανό, παρατήρηση πουλιών, πικνίκ ή επίσκεψη σε υπαίθριους χώρους αναψυχής.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν παρότρυνση για τήρηση διεθνών και εθνικών καλών πρακτικών και τοπικών οδηγιών, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι αρνητικές επιπτώσεις και να ενισχύονται τόσο τα οφέλη για τον τόπο όσο και η εμπειρία των επισκεπτών. Οι δραστηριότητες προωθούνται με τρόπο που δεν βλάπτει τη βιοποικιλότητα και, όπου είναι δυνατόν, συμβάλλει θετικά στην προστασία της.
Οι πληροφορίες είναι σαφώς ορατές, σχετικές με την εμπειρία του επισκέπτη και οπτικά ελκυστικές (ώστε να προσελκύουν την προσοχή) και τοποθετούνται σε σημεία προσβάσιμα στους επισκέπτες, όπως στη ρεσεψιόν ή στο γραφείο εξυπηρέτησης των επισκεπτών (concierge), σε ειδική περιβαλλοντική γωνιά στο lobby, ή/και προβάλλονται μέσω τηλεοπτικών οθονών σε κοινόχρηστους ή συνεδριακούς χώρους, σε φακέλους δωματίων επισκεπτών ή αιθουσών συνεδριάσεων, μέσω κωδικών QR ή/και εφαρμογών για τους επισκέπτες. Συνιστάται οι πληροφορίες να διατίθενται σε περισσότερες από μία γλώσσες, ανάλογα με το προφίλ των επισκεπτών.
Παρότι οι πληροφορίες απευθύνονται κυρίως στους επισκέπτες, συνιστάται η εγκατάσταση να παρέχει παρόμοιο υλικό και στο προσωπικό, ώστε να υποστηρίζει επαρκώς τους επισκέπτες και να ενισχύει την ευαισθητοποίηση.
Σημείωση για εθνική προσαρμογή: Στην Ολλανδία, το κριτήριο αυτό είναι υποχρεωτικό για όλες τις κατηγορίες επιχειρήσεων.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει τις πληροφορίες που παρέχονται στους επισκέπτες για κοντινές φυσικές περιοχές. Αυτό περιλαμβάνει οιοδήποτε ερμηνευτικό περιεχόμενο, οδηγίες επισκεπτών και κώδικες συμπεριφοράς. Ελέγχεται ότι το υλικό είναι ακριβές, σαφώς παρουσιασμένο, πολύγλωσσο όπου είναι ενδεδειγμένο, και οπτικά ελκυστικό.
Providing guests with information about nearby natural areas fosters environmental awareness, supports responsible tourism behaviour, and strengthens the establishment’s sustainability profile. By encouraging nature-based recreation and education, the establishment helps guests connect with local ecosystems while promoting their protection and long-term preservation.
The establishment offers written information about nearby natural areas, such as parks, landscapes, nature conservation zones, beaches and other ecologically sensitive areas. The information is shared together with the material required under criterion 2.9.
This communication material encourages guests to engage in outdoor or nature-based activities for awareness-raising and personal well-being, such as walking, jogging, bicycling, swimming, sailing, canoeing, birdwatching, picnicking, or visiting outdoor playgrounds.
The information includes encouragement to follow international and national good practices and local recommendations to minimise negative impacts and enhance both local benefits and guest experience. Activities are promoted in a way that avoids harm to biodiversity and, where possible, contributes positively to its protection.
The information is clearly visible, relevant to the guest experience and visually engaging (ensuring it draws attention), and is placed in guest-accessible areas, such as at the reception or concierge desk, in an environmental corner in the lobby, via TV monitors in public or conference areas, in guest or conference room binders, QR codes, and/or guest apps. It is recommended that the information is available in more than 1 language, depending on the typical guest profile.
Although the information is directed primarily at guests, it is recommended that the establishment provides similar material to staff to support guests and raise awareness. Note on national adaptation: In NL, this criterion is imperative for all establishment categories.
During the audit, the establishment presents the information provided to guests about nearby natural areas. This includes any interpretative content, visitor guidance and codes of conduct. It is checked that the material is accurate, clearly displayed, multilingual where appropriate and visually engaging.
Όλα τα απόβλητα ύδατα υποβάλλονται σε επεξεργασία.
Η σωστή επεξεργασία και ασφαλής εκροή των λυμάτων είναι κρίσιμη για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της εγκατάστασης, την προστασία των υδάτινων σωμάτων και την ασφάλεια των τοπικών κοινοτήτων. Αυτό εξασφαλίζει επίσης τη συμμόρφωση με νομικά και ηθικά πρότυπα διαχείρισης αποχέτευσης και περιβάλλοντος.
Η εγκατάσταση είναι είτε συνδεδεμένη με ένα δημόσιο αποχετευτικό σύστημα είτε διαθέτει το δικό της σύστημα επεξεργασίας λυμάτων στον χώρο της. Τα συστήματα επεξεργασίας στον χώρο περιλαμβάνουν σηπτικά συστήματα (σηπτικούς βόθρους), βιοχωνευτές, τεχνητούς υγρότοπους ή άλλα βιολογικά συστήματα επεξεργασίας.
Το κριτήριο αυτό περιλαμβάνει τα λύματα που παράγονται από δωμάτια επισκεπτών, κουζίνες, μπάνια, πλυντήρια, πισίνες, αίθουσες συνεδριάσεων, θερμικά λουτρά, spa ή εγκαταστάσεις ευεξίας και άλλους χώρους δραστηριοτήτων.
Όλα τα λύματα υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με την εθνική ή/και τοπική νομοθεσία. Εάν δεν υπάρχει νομοθεσία επί του θέματος, τα λύματα υποβάλλονται σε επεξεργασία με την πιο προηγμένη τεχνολογία που είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτή για το πλαίσιο της εγκατάστασης, εξασφαλίζοντας την αφαίρεση βασικών ρύπων (π.χ. Βιοχημικά Απαιτούμενο Οξυγόνο BOD, παθογόνα, αιωρούμενα στερεά) σε επίπεδα που επιτρέπουν ασφαλή επαναχρησιμοποίηση ή απόρριψη, χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στον τοπικό πληθυσμό και στο περιβάλλον.
Εάν η εγκατάσταση είναι συνδεδεμένη με δίκτυο αποχέτευσης, προσκομίζει άδεια, γραπτή βεβαίωση από την αρμόδια αρχή ή άλλο αποδεικτικό σύνδεσης (π.χ. τιμολόγια, συμβάσεις υπηρεσιών, επαλήθευση ελέγχου από ανεξάρτητο φορέα). Εάν ο επιθεωρητής υποψιαστεί παρατυπίες ή απαιτείται από τη νομοθεσία, η εγκατάσταση παρουσιάζει επίσης συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις εκροής λυμάτων.
Εάν η εγκατάσταση χρησιμοποιεί σύστημα στον χώρο της, παρέχει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία νομιμότητας και αποτελεσματικής λειτουργίας, όπως άδεια εγκατάστασης/λειτουργίας σε ισχύ, άδεια ή γραπτή βεβαίωση από την αρμόδια αρχή και αρχεία συντήρησης. Εάν τέτοια άδεια δεν εκδίδεται από καμία αρχή, η εγκατάσταση υποβάλλει πρόσφατα αποτελέσματα δοκιμών νερού (π.χ. BOD, pH, θολότητα) που αποδεικνύουν ότι το σύστημα επεξεργάζεται αποτελεσματικά τα λύματα και σύμφωνα με εθνικά ή διεθνή πρότυπα απόρριψης ή επαναχρησιμοποίησης.
Το κριτήριο αφορά γκρίζα και μαύρα νερά. Τα όμβρια ύδατα εξαιρούνται εκτός αν συλλέγονται και απορρίπτονται μέσω του ίδιου συστήματος λυμάτων.
Μετά την επεξεργασία, τα επεξεργασμένα λύματα επαναχρησιμοποιούνται, όπου είναι δυνατόν (βλέπε κριτήριο 3.17).
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει την άδεια, άλλα επαρκή αποδεικτικά έγγραφα και/ή σχετικά αποδεικτικά όπως περιγράφονται παραπάνω, που δείχνουν συμμόρφωση με τις απαιτήσεις επεξεργασίας λυμάτων, εκροής και/ή μεταφοράς στο αποχετευτικό σύστημα. Όπου είναι δυνατόν, μια οπτική επιθεώρηση επιβεβαιώνει συμμόρφωση με τις απαιτήσεις.
Proper treatment and safe discharge of wastewater are critical to reducing the environmental footprint of the establishment, protecting water bodies and safeguarding communities. This also ensures alignment with legal and ethical standards in sanitation and environmental management.
The establishment is either connected to an existing public sewage system or has the wastewater treated in its own sewage system. On-site treatment systems include septic systems, biodigesters, constructed wetlands, or other biological treatment systems.
This criterion includes wastewater generated from guest rooms, kitchens, bathrooms, laundries, swimming pools, meeting rooms, thermal baths, spa or wellness facilities and other operational areas.
All wastewater is treated in accordance with national and/or (possible) local legislation. If there is no legislation on the matter, the wastewater is treated according to the most advanced treatment possible that is technically and economically feasible for the establishment’s context, ensuring removal of key pollutants (e.g. BOD, pathogens, suspended solids) to levels that allow safe reuse or release. i.e. with no adverse effects on the local population and the environment.
If the establishment is connected to a sewage system, it presents a licence, written confirmation from the relevant authority or other proof of connection (e.g. utility invoices, service contracts, third-party verification). If the auditor suspects irregularities or where required by regulation, the establishment also demonstrates compliance with applicable wastewater discharge requirements.
If the establishment uses an on-site system, it provides relevant evidence of legal authorisation and effective operation, such as a valid installation/operating permit, licence or written confirmation from the relevant authority, and maintenance records. If such a licence is not delivered by any authority, the establishment submits recent water quality test results (e.g. BOD, pH, turbidity) demonstrating that the system treats wastewater effectively and in accordance with national or international discharge or reuse standards.
This criterion concerns greywater and blackwater. Stormwater is excluded unless it is collected and discharged through the same wastewater system.
After treatment, the treated wastewater is reused, where possible (see criterion 3.17).
During the audit, the establishment presents the licence, other adequate documentation and/or relevant evidence as described above, showing conformity with the requirements for wastewater treatment, discharge and/or transfer to the sewage system.
Where possible, a visual inspection confirms conformity with the requirements.
Οι πρόσφατα αγορασμένες ηλεκτρονικές συσκευές στην εγκατάσταση κατατάσσονται ως ενεργειακά αποδοτικές σύμφωνα με αναγνωρισμένο εθνικό ή περιφερειακό ενεργειακό σήμα.
Οι ηλεκτρονικές συσκευές (π.χ. τηλεοράσεις, κατσαρόλες, κλιματιστικά, και ανεμιστήρες) χρησιμοποιούνται ευρέως και μπορούν να συμβάλουν στην ενεργειακή κατανάλωση. Η επιλογή ενεργειακά αποδοτικών μοντέλων μειώνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και τα λειτουργικά κόστη των εγκαταστάσεων διαμονής.
Όπου η εγκατάσταση έχει αγοράσει ηλεκτρονικές συσκευές εντός των τελευταίων 24 μηνών (για υποψηφίους που επανυποβάλουν αίτηση) ή 6 μηνών (για αιτούντες για πρώτη φορά), απαιτείται αυτές να είναι ενεργειακά αποδοτικές σύμφωνα με αναγνωρισμένο εθνικό ή περιφερειακό σύστημα ενεργειακής σήμανσης (π.χ. EU Energy Label, Energy Star, South KoreanEHS, κ.λπ.).
Όπου δεν υπάρχει σήμα ή ενεργειακή κλάση για συγκεκριμένο τύπο συσκευής, η εγκατάσταση επιλέγει μία από τις πιο ενεργειακά αποδοτικές επιλογές της τοπικής αγοράς, βάσει σύγκρισης τουλάχιστον 3 συγκρίσιμων μοντέλων.
Σημείωση εθνικής προσαρμογής: Στην Ολλανδία, αυτό το κριτήριο είναι υποχρεωτικό για όλες τις κατηγορίες.
Κατά την επιθεώρηση, η εγκατάσταση παρουσιάζει:
• λίστα ή τιμολόγια αγορών συσκευών των τελευταίων 24 ή 6 μηνών (ανάλογα με το έτος πιστοποίησης) συμπεριλαμβάνοντας ημερομηνία αγοράς, μάρκα/μοντέλο, θέση (π.χ. αριθμό δωματίου ή οικοδομικό συγκρότημα) και·
• δελτία τεχνικών προδιαγραφών ή ενεργειακά σήματα που δείχνουν την ημερήσια κατανάλωση ενέργειας (kWh/ημέρα) ή κατηγοριοποίηση σε ένα αναγνωρισμένο εθνικό σύστημα ενεργειακών κατηγοριών.
Σε συγκεκριμένες περιστάσεις, όπου κανένα ενεργειακό σήμα δεν είναι διαθέσιμο, η εγκατάσταση παρουσιάζει μια μικρή σύγκριση αγοράς κατ’ ελάχιστον 3 συγκρίσιμων προϊόντων που να δείχνει ότι το επιλεγμένο μοντέλο έχει χαμηλότερη ή ίση κατανάλωση ενέργειας από άλλα συγκρίσιμα προϊόντα διαθέσιμα κατά τον χρόνο της αγοράς.
Electronic devices such as televisions, kettles, air conditioning units, and fans are widely used and can contribute significantly to energy consumption. Choosing energy-efficient models reduces the environmental footprint and operational costs of accommodation facilities.
Where the establishment has purchased electronic devices within the past 24 months (for re-applicants) or 6 months (for first-time applicants), those devices are rated as energy efficient according to a recognised national or regional energy label system (e.g. EU Energy Label, Energy Star, South Korean EHS, etc.).
Where no label or energy rating exists for a specific device type, the establishment chooses one of the most energy-efficient options available on the local market, based on a comparison of at least 3 comparable models. Note on national adaptation: In NL, this criterion is imperative for all categories.
During the audit, the establishment presents:
- a list or invoices of electronic devices purchased within the 24 months (for re-applicants) or 6 months (for first-time applicants), including purchase date, brand/model, location (e.g. room number or block); and
- technical specification sheets or energy labels showing daily energy consumption in kWh/day, or classification in a recognised national energy label scheme.
In specific circumstances, where no energy label is available, the establishment presents a short market comparison of a minimum of 3 comparable products, showing that the selected model has lower or equal energy consumption than other comparable products available at the time of purchase.
Δεν χρησιμοποιούνται είδη μίας χρήσης για υπηρεσίες τροφίμων και ποτών εντός της εγκατάστασης.
Τα είδη μίας χρήσης για υπηρεσίες τροφίμων και ποτών απαιτούν σημαντικούς πόρους, συμβάλλουν σημαντικά στην παραγωγή αποβλήτων σε τουριστικές και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις και σπάνια ανακυκλώνονται αποτελεσματικά. Η κατάργησή τους μειώνει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και προωθεί τη μετάβαση προς πιο βιώσιμα και κυκλικά πρότυπα κατανάλωσης. Η προτεραιότητα στην επαναχρησιμοποίηση αντί της απόρριψης ευθυγραμμίζεται επίσης με ευρύτερες στρατηγικές μείωσης αποβλήτων και δράσεις για το κλίμα.
Η εγκατάσταση δεν χρησιμοποιεί είδη μίας χρήσης για υπηρεσίες τροφίμων και ποτών (περιλαμβάνονται όλα τα αναλώσιμα είδη που χρησιμοποιούνται για εσωτερικές υπηρεσίες εστίασης), όπως ποτήρια, πιάτα, μαχαιροπίρουνα, καλαμάκια, αναδευτήρες καφέ κ.λπ. Η αναφορά είναι, μεταξύ άλλων, για οποιαδήποτε είδη μίας χρήσης που χρησιμοποιούνται σε εστιατόρια, μπαρ, χώρους συνεδρίων, snack bars, υπηρεσία δωματίου, ψύκτες νερού, δωμάτια επισκεπτών, μπάνια, σημεία για τσάι/καφέ ή άλλους χώρους όπου μπορούν να παρέχονται τέτοια είδη μιας χρήσης.
Είδη μίας χρήσης επιτρέπεται να παρέχονται μόνο για υπηρεσίες φαγητού/ποτού σε πακέτο, (π.χ. υπηρεσίες για καφέ/τσάι/φαγητό προς μεταφορά, για πακέτα πρωινού, για μπουφέ ορθίων με περισσότερους από 100 επισκέπτες και σε έκτακτες περιπτώσεις όπου λόγοι ασφάλειας ή τοπικοί κανονισμοί ασφάλειας απαιτούν την χρήση τους (όπως σε χώρους πισίνας, και περιβάλλοντα υψηλών υγειονομικών απαιτήσεων). Αυτά τα είδη μιας χρήσης που προορίζονται για προϊόντα υπηρεσιών τροφίμων και ποτών, δεν πρέπει να είναι από συμβατικό πλαστικό. Η εγκατάσταση οφείλει να χρησιμοποιεί πιστοποιημένα βιοδιασπώμενα ή κομποστοποιήσιμα πλαστικά υποκατάστατα (πιστοποιημένα από ανεξάρτητο φορέα πιστοποίησης) ή μη πλαστικά υλικά όπως χαρτί (κατά προτίμηση χωρίς πλαστική επικάλυψη), χαρτόνι, ξύλο, άμυλο καλαμποκιού ή άλλα φυτικής προέλευσης υλικά. Συνιστάται όλα τα εναλλακτικά υλικά που χρησιμοποιούνται να είναι επίσης πιστοποιημένα ως βιοδιασπώμενα ή κομποστοποιήσιμα.
Τα είδη μιας χρήσης για υπηρεσίες φαγητού/ποτού σε πακέτο δεν πρέπει να αποτελούν την προεπιλεγμένη ή μοναδική επιλογή· η εγκατάσταση οφείλει να περιορίζει ενεργά τη χρήση τους, για παράδειγμα αποφεύγοντας την ανοιχτή προβολή ποτηριών ή καπακιών μίας χρήσης.
Για τα είδη φαγητού/ποτού σε πακέτο ή σε περιπτώσεις όπου η χρήση ειδών μίας χρήσης είναι αναπόφευκτη για λόγους ασφάλειας, συνιστάται η εγκατάσταση να εφαρμόζει συστήματα ποσοτικής ιχνηλασίας και παρακολούθησης, συμπεριλαμβάνοντας:
• ετήσια μείωση του αριθμού ειδών μίας χρήσης για υπηρεσίες τροφίμων και ποτών
• τον μακροπρόθεσμο στόχο της σταδιακής κατάργησης όλων των ειδών μίας χρήσης, ακόμη και κομποστοποιήσιμων
• τον έλεγχο εξαιρέσεων (π.χ. καταγράφοντας πόσα είδη μιας χρήσης χρησιμοποιούνται ακόμα σε χώρους πισίνας ή συναφή χώρους).
Σημείωση για εθνική προσαρμογή: Στην Σουηδία και την Γαλλία, δεν χρησιμοποιούνται πιστοποιημένα βιοδιασπώμενα ή κομποστοποιήσιμα πλαστικά υποκατάστατα (ακόμη και αν είναι πιστοποιημένα από ανεξάρτητο φορέα πιστοποίησης). Τα είδη φαγητού/ποτού σε πακέτο κατασκευάζονται αποκλειστικά από μη πλαστικά υλικά όπως χαρτί (κατά προτίμηση χωρίς πλαστική επικάλυψη), χαρτόνι, ξύλο, άμυλο καλαμποκιού ή άλλα φυτικής προέλευσης, βιοδιασπώμενα υλικά.
Κατά την επιθεώρηση, ο επιθεωρητής επιβεβαιώνει ότι δεν χρησιμοποιούνται είδη μίας χρήσης σε όλους τους χώρους επισκεπτών (π.χ. δωμάτια, εστιατόρια, μπαρ, αίθουσες συνεδρίων κ.λπ.). Ο επιθεωρητής πραγματοποιεί δειγματοληψίες σε τουλάχιστον 1 χώρο αποθήκευσης σύμφωνα με τη μεθοδολογία A όπως περιγράφεται στο Γλωσσάρι για να επαληθεύσει την συμμόρφωση.
Σε ειδικές περιπτώσεις (για είδη υπηρεσιών φαγητού/ποτού σε πακέτο, για μπουφέ ορθίων άνω των 100 ατόμων ή όπου τα είδη μιας χρήσης είναι αναπόφευκτα για λόγους ασφάλειας), ο επιθεωρητής επαληθεύει ότι:
• δεν χρησιμοποιούνται πλαστικά είδη μίας χρήσης· και
• τυχόν είδη μίας χρήσης που παρέχονται είναι κατασκευασμένα από πιστοποιημένα βιοδιασπώμενα ή κομποστοποιήσιμα εναλλακτικά πλαστικά ή μη πλαστικά όπως χαρτί, χαρτόνι, (κατά προτίμηση χωρίς πλαστική επικάλυψη), ξύλο, άμυλο καλαμποκιού ή άλλα φυτικά βιοδιασπώμενα υλικά.
Όπου απαιτείται, ο επιθεωρητής μπορεί να ζητήσει πιστοποιητικά προϊόντων ή Δελτία Δεδομένων Ασφαλείας για την επιβεβαίωση της κομποστοποιησιμότητας ή βιοδιασπασιμότητας του υλικού, και των προϋποθέσεων που απαιτούνται.
Single-use food-service items are resource-intensive, contribute significantly to waste generation in tourism and hospitality establishments and are rarely recycled effectively. Eliminating them reduces environmental impact and promotes a shift toward more sustainable and circular consumption patterns. Prioritising reuse over disposability also aligns with broader waste reduction and climate action strategies.
The establishment does not use single-use food-service items (referring to all disposable items used for in-house Food & Beverage (F&B) services), such as cups/glasses, plates, cutlery, straws, coffee stirrers, etc. This includes, amongst others, any single-use food-service items used in restaurants, bars, conference areas, snack bars, room service, water fountains, guest rooms, bathrooms, tea/coffee stations, or any other areas where single-use items might be offered.
Single-use items may only be provided for take-away purposes (e.g. take-away coffee/tea/food, breakfast bags, for standing buffets with more than 100 guests, and in exceptional cases where safety concerns or local safety regulations require their use (e.g. pool areas, hygiene-critical settings). These single-use items intended for F&B products are not made of conventional plastic. Instead, the establishment uses certified biodegradable or compostable plastic alternatives (verified by an external or third-party certification body) or non-plastic materials such as paper (preferably without plastic coating), cardboard, wood, cornstarch or other plant-based materials. It is recommended that all alternative materials used are also certified biodegradable or compostable. Take-away single-use items are not presented as the default or only option; the establishment actively minimises their use, for example by avoiding the open display of disposable cups or lids.
For take-away items or if single-use food-service items are unavoidable due to safety concerns, it is furthermore recommended that the establishment implements quantitative tracking and monitoring mechanisms, including:
- annual reduction in units of single-use food service items;
- phasing out of all single-use items, even compostable ones, as a long-term goal; and
monitoring of exceptions (e.g. documenting how many single-use items are still used in pool areas or similar). Note on national adaptation: In SE, FR no certified biodegradable or compostable plastic alternatives (even if verified by an external or third-party certification body) are used. Take-away items are solely made out of non-plastic materials such as paper (preferably without plastic coating), cardboard, wood, cornstarch or other plant-based, biodegradable materials.
During the visual inspection, the auditor confirms that no single-use food service items are in used in all guest areas (e.g. guest rooms, restaurants, bars, conference areas etc.). The auditor conducts samplings in at least 1 storage area following methodology A as described in the glossary to furthermore verify conformity.
In specific circumstances, for take-away items, standing buffets with more than 100 guests, or where single-use items are unavoidable due to safety requirements, the auditor verifies that:
- no plastic single-use items are used, and
- any single-use items provided are made of certified biodegradable or compostable plastic alternatives, or non-plastic materials such as paper (preferably without plastic coating), cardboard, wood, cornstarch or other plant-based, biodegradable materials.
Where necessary, the auditor may request product certificates or the Safety Data Sheet (SDS) to confirm the material’s composability or biodegradability and the conditions required.